Οταν ο Μητσοτάκης «έφαγε πόρτα» από τη Βεστάγκερ για τη Θάνου

Ηδη η κ. Βεστάγκερ απάντησε σε σχετική επιστολή του Γιάννη Δραγασάκη ότι «η υπόθεση εξετάζεται ακόμη», αλλά και στον αντιπρόεδρο του Ευρωκοινοβουλίου, Δημήτρη Παπαδημούλη, που παρατηρούσε ότι «η φωτογραφική κυβερνητική ρύθμιση για το ξήλωμα της Επιτροπής Ανταγωνισμού είναι αντίθετη και στην Κοινοτική Οδηγία 1/2019 και στη σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου».

Η επίτροπος τον ενημέρωσε ότι «οι υπηρεσίες μου βρίσκονται σε επαφή με όλους τους εμπλεκόμενους, για να διακριβώσουν την κατάσταση στην ΕΕΑ».

Είναι γεγονός ότι αυτές τις μέρες υπάρχει μια δυσκολία χειρισμού λεπτών ζητημάτων από τους Ευρωπαίους επιτρόπους, δεδομένου ότι διανύουμε μια μεταβατική περίοδο και αναμένεται τον Σεπτέμβριο να αναδιαταχθεί το δυναμικό και τα χαρτοφυλάκια της Κομισιόν. Ο επιφυλακτικός τόνος της επιτρόπου είναι επομένως εύλογος και αναμενόμενος.

Ομως η κ. Βεστάγκερ έχει ήδη απαντήσει εμπράκτως σε αρκετά προγενέστερο χρόνο. Μιλώντας στην Ολομέλεια της Βουλής στις 8 Αυγούστου ο πρωθυπουργός δήλωνε: «Θα έχω επικοινωνία με την κ. Βεστάγκερ. Και θα της εξηγήσω αναλυτικά τον τρόπο με τον οποίο οι επιλογές σας παραβίασαν βάναυσα την ευρωπαϊκή σας υποχρέωση να αποκομματικοποιήσετε την Επιτροπή Ανταγωνισμού. Θα της μιλήσω -όπως έχω ήδη κάνει εγγράφως- για το ποιόν της κυρίας Θάνου».

Με τα λόγια αυτά ο κ. Μητσοτάκης -άθελά του- παραδέχτηκε ότι έχει ήδη λάβει από καιρό την απάντηση της Επιτρόπου στις αιτιάσεις του. Και η απάντηση αυτή υπήρξε απολύτως αρνητική.

Η επιστολή του προς την κ. Βεστάγκερ στάλθηκε στις 18.12.2018, πριν από τον ορισμό της Β. Θάνου στη θέση της προέδρου της Ελληνικής Επιτροπής Ανταγωνισμού, και είχε σαφή στόχο να προλάβει την τοποθέτηση αυτή.

Το σχετικό δελτίο Τύπου της Ν.Δ. έλεγε:
«Ο Πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας απέστειλε επιστολή προς την Ευρωπαία Επίτροπο αρμόδια για θέματα Ανταγωνισμού με θέμα την κυβερνητική πρόταση τοποθέτησης της κ. Βασιλικής Θάνου ως επικεφαλής της Επιτροπής Ανταγωνισμού. Την επιστολή κοινοποίησε και στον Ευρωπαίο Επίτροπο Οικονομικών κ. Πιερ Μοσκοβισί. Στην επιστολή αυτή ο κ. Μητσοτάκης εκφράζει την κάθετη διαφωνία του με την πρόταση του κ. Τσίπρα. Υπενθυμίζει ότι η Βασιλική Θάνου, μετά τη λήξη της θητείας της ως Προέδρου του Αρείου Πάγου, τοποθετήθηκε απευθείας από τον Πρωθυπουργό επικεφαλής του Νομικού του Γραφείου και επισημαίνει ότι η θέση αυτή έχει αυστηρά πολιτικό χαρακτήρα, καθώς η κ. Θάνου μέχρι σήμερα συνδιαμόρφωνε τις πολιτικές πρωτοβουλίες του κ. Τσίπρα παρέχοντάς του νομικές συμβουλές και στηρίζοντας έτσι την κυβέρνησή του. Ως εκ τούτου, χαρακτηρίζει την υποψηφιότητα της κ. Θάνου για τη θέση της επικεφαλής της Επιτροπής Ανταγωνισμού απολύτως ασύμβατη με το ρόλο και την αποστολή μιας ανεξάρτητης αρχής, όπως αυτή ορίζεται από την ελληνική νομοθεσία, αλλά και βάσει του τρόπου που εκ των πραγμάτων πρέπει να λειτουργεί η Επιτροπή Ανταγωνισμού».

Αντίδραση

Σύμφωνα με το δελτίο Τύπου, στην ίδια επιστολή αναφερόταν και στην αντιπρόεδρο Αννα Νάκου, η οποία σημειωτέον ήταν μέλος ήδη από το 2017 χωρίς ανάλογη αντίδραση, προφανώς διότι τότε πρόεδρος της Ε.Α. εξακολουθούσε (με συνεχείς παρατάσεις) να είναι ο πρώην δικαστικός Δ. Κυριτσάκης (πρόταση Κωστή Χατζηδάκη).

Σύμφωνα πάντα με το δελτίο Τύπου της Ν.Δ., στην επιστολή του ο Κ. Μητσοτάκης σημείωνε ότι η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ «έχει ήδη πλήξει καταλυτικά τη θεσμική και λειτουργική ανεξαρτησία της Επιτροπής Ανταγωνισμού, καθώς και τη δυνατότητά της να επιτελεί αποτελεσματικά την αποστολή της, με παρεμβάσεις της που αυξάνουν τον πολιτικό έλεγχο όλων των ανεξάρτητων αρχών».

Γεγονός που, όπως επισημαίνει, «προσκρούει στο σκοπό και τις διατάξεις της οδηγίας για την παροχή αρμοδιοτήτων στις εθνικές αρχές ανταγωνισμού […] Εξαίροντας, τέλος, τις προσπάθειες και το ρόλο της Μαργκρέτε Βεστάγκερ εκφράζει την πεποίθησή του ότι και η ίδια θα πράξει τα δέοντα για την ανάγκη αποκομματικοποίησης της δημόσιας διοίκησης και τη διατήρηση της ανεξαρτησίας της Επιτροπής Ανταγωνισμού στην Ελλάδα».

Η επιστολή της επιτρόπου

Η παραπάνω εκτενής ανακοίνωση της Ν.Δ. τον Δεκέμβριο του 2018 για την επιστολή Μητσοτάκη είναι απολύτως ταυτόσημη με όλα όσα καταλογίζει η κυβέρνηση στην κ. Θάνου και στα άλλα μέλη της Ε.Α., προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπαραθύρωσή τους με συνοπτικές διαδικασίες, οι οποίες νομοθετήθηκαν με τρόπο εξόφθαλμα αντισυνταγματικό και με χρήση φωτογραφικών διατάξεων. Ολα είχαν τεθεί υπόψη της επιτρόπου εγκαίρως, χωρίς να προκαλέσουν όμως καμιά δική της παρέμβαση.

Η Β. Θάνου τοποθετήθηκε στις 3.1.2019 στη θέση της προέδρου χωρίς καμιά αντίδραση της κ. Βεστάγκερ, παρά το γεγονός ότι είχαν παρέλθει δύο εβδομάδες από την επιστολή Μητσοτάκη.

Δεν γνωρίζουμε τι είχε απαντήσει προς τον τότε πρόεδρο της αξιωματικής αντιπολίτευσης η Ευρωπαία επίτροπος. Η απαντητική επιστολή της δεν είχε δοθεί στη δημοσιότητα, προφανώς διότι δεν ανταποκρινόταν στο αίτημα του κ. Μητσοτάκη για παρέμβαση.

Πληροφορηθήκαμε το περιεχόμενό της εμμέσως από νεότερο δελτίο Τύπου της Ν.Δ., το οποίο εκδόθηκε στις 30.1.2019: «Η κυρία Margrethe Vestager, στην απαντητική της επιστολή προς τον Πρόεδρο της Νέας Δημοκρατίας προανήγγειλε ότι θα παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις στην Ελλάδα αναφορικά με την τήρηση των εγγυήσεων ανεξαρτησίας της Επιτροπής Ανταγωνισμού».

Με άλλα λόγια, η επίτροπος έκλεινε ερμητικά την πόρτα στον κ. Μητσοτάκη και περιοριζόταν να επαναλάβει ότι «θα παρακολουθεί τις εξελίξεις», κάτι που βέβαια αποτελεί το επίσημο καθήκον της για όλες τις χώρες.

Διαθέτουμε όμως τη σαφέστατα διατυπωμένη επίσημη θέση της επιτρόπου, με την οποία απέρριπτε εμμέσως πλην σαφώς τα αιτήματα Μητσοτάκη. Πρόκειται για τη συγχαρητήρια επιστολή της προς την κ. Θάνου, η οποία φέρει ημερομηνία 21.2.2019:

«Αγαπητή κ. Θάνου-Χριστοφίλου,

Θα ήθελα να σας εκφράσω τα ειλικρινή μου συγχαρητήρια για την ανάληψη των καθηκόντων σας ως Προέδρου της Ελληνικής Επιτροπής Ανταγωνισμού και να σας ευχηθώ κάθε επιτυχία στη θητεία σας. Εκτιμώ την εποικοδομητική συμβολή της Αρχής σας και την καλή συνεργασία της με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τις άλλες εθνικές αρχές ανταγωνισμού του Ευρωπαϊκού Δικτύου Ανταγωνισμού, η οποία είναι πολύ σημαντική για τη διασφάλιση της συνεπούς εφαρμογής των κανόνων ανταγωνισμού της Ε.Ε.

Εχω την πεποίθηση ότι θα μπορέσουμε να συνεχίσουμε τη γόνιμη συνεργασία που είχαμε μέχρι τώρα με την Ελληνική Επιτροπή Ανταγωνισμού.

Ανυπομονώ να λάβω ενημέρωση για την εκδήλωση που σκοπεύετε να διοργανώσετε στην Αθήνα. Θα ήταν μεγάλη χαρά μου να μπορέσω να παρευρεθώ, εφόσον το επιτρέψουν οι λοιπές υποχρεώσεις μου».

Οπως αναφέρει η Επιτροπή Ανταγωνισμού, «η εν λόγω απαντητική επιστολή της Ευρωπαίας Επιτρόπου συνιστά ιδιαίτερη τιμή για την Ελληνική Επιτροπή Ανταγωνισμού […]».

Τα θερμά συγχαρητήρια της επιτρόπου ισοδυναμούσαν φυσικά με τη σαφή απόρριψη των επιχειρημάτων Μητσοτάκη.

«Μαρτυριάρηδες» με έωλα επιχειρήματα

Η εμμονή του κ. Μητσοτάκη στην αποπομπή της προέδρου και των στελεχών της Επιτροπής Ανταγωνισμού οφείλεται βέβαια στο γεγονός ότι η Επιτροπή δεν δίστασε να ελέγξει αν παραβιάζονται οι σχετικοί κανόνες από επιχειρήσεις με μεγάλη επιφάνεια και επέβαλε μέτρα εναντίον τους, με πιο χαρακτηριστική περίπτωση την εταιρεία συμφερόντων Μαρινάκη που κατέχει όχι απλώς «δεσπόζουσα», αλλά μονοπωλιακή θέση στον ευαίσθητο τομέα της διανομής Τύπου (πρακτορείο «Αργος»).

Ενδεικτική της έλλειψης επιχειρημάτων για την ωμή παρέμβαση στην Ε.Α. ήταν η αδιανόητη δήλωση του Π. Πικραμμένου, ο οποίος θεώρησε περίπου σκάνδαλο το γεγονός ότι σε μία απόφαση της Ε.Α. υπήρξαν δύο μέλη που μειοψήφησαν! Από πότε όμως οι μειοψηφίες (στον Αρειο Πάγο, στο ΣτΕ, στις Ανεξάρτητες Αρχές κ.λπ.) αποτελούν ένδειξη δυσλειτουργίας, αυτό το γνωρίζει ο ίδιος.

Τα νομικά και τα πολιτικά επιχειρήματα που επικαλέστηκαν τα στελέχη της κυβέρνησης προκειμένου να καλύψουν νομοθετικά την αποπομπή δεν μπορούν όμως να σταθούν ούτε στα ελληνικά ούτε στα ευρωπαϊκά δικαστήρια, γεγονός που αποτυπώθηκε και στην πρόσφατη έκθεση της Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βουλής αναφορικά με το επίμαχο άρθρο 101 του πολυνομοσχεδίου.

Το κεντρικό επιχείρημα της κυβέρνησης προκειμένου να καταγγείλει την κ. Θάνου ως «εγκάθετη κόμματος» και επομένως ακατάλληλη για τη θέση, είναι το γεγονός ότι είχε οριστεί ως επικεφαλής του νομικού γραφείου του πρωθυπουργού.

Βέβαια αυτό το επιχείρημα είχε φροντίσει εξ αρχής να το υπονομεύσει ο πολυλογάς αντιπρόεδρος της Ν.Δ. και υπερυπουργός Ανάπτυξης, ο οποίος θεώρησε ως τεκμήρια «πολιτικής επιρροής» εξίσου επιβαρυντικά το ότι η κ. Θάνου διετέλεσε πρόεδρος του Αρείου Πάγου (εφόσον τους ανώτατους δικαστικούς ορίζει η κυβέρνηση) και υπηρεσιακή πρωθυπουργός (εφόσον υποδείχτηκε από την παραιτηθείσα κυβέρνηση Τσίπρα)!

Αλλά ακόμα κι αν ξεχάσει κανείς την ερμηνεία Γεωργιάδη, δεν είναι δυνατόν να σταθεί αυτή η ιδιότητα ως εμπόδιο για τον ορισμό της Β. Θάνου ως προέδρου, εφόσον είναι δεδομένο ότι η παροχή νομικών συμβουλών δεν καθιστά τον συμβουλεύοντα συμμέτοχο στη δράση του συμβουλευόμενου και ειδικά ενός πρωθυπουργού. Αλίμονο αν δεχόταν κανείς το αντίθετο. Θα έπρεπε να καταργηθεί ο κλάδος των νομικών!

Η αποπομπή Θάνου προσκρούει πρωτίστως στη συνταγματική επιταγή να μην έχουν αναδρομική ισχύ οι νόμοι και να μην υπάρχουν φωτογραφικές διατάξεις. Και εδώ είναι σαφές ότι θεσμοθετήθηκαν «ασυμβίβαστα» που δεν είχαν προβλεφτεί όταν συγκροτήθηκε η Επιτροπή Ανταγωνισμού, ενώ για τον φωτογραφικό χαρακτήρα της διάταξης είναι αστείο και να το συζητά κανείς.

Και εδώ πάλι εξέθεσε την κυβέρνηση ο κ. Γεωργιάδης, ο οποίος βιάστηκε να δηλώσει ότι δεν δεσμεύει σε τίποτα την ελληνική κυβέρνηση η σχετική Ευρωπαϊκή Οδηγία 2019/1 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Δεκεμβρίου 2018 για την «παροχή αρμοδιοτήτων στις αρχές ανταγωνισμού των κρατών-μελών».

Η Οδηγία αυτή προβλέπει με σαφήνεια ότι, προκειμένου να εξασφαλιστεί η λειτουργική ανεξαρτησία των εθνικών διοικητικών αρχών ανταγωνισμού, «η εθνική νομοθεσία θα πρέπει εκ των προτέρων να ορίζει τους λόγους παύσης από την εθνική διοικητική αρχή ανταγωνισμού των προσώπων που λαμβάνουν αποφάσεις» και «η εθνική νομοθεσία θα πρέπει εκ των προτέρων να ορίζει σαφείς και διαφανείς κανόνες και διαδικασίες για την επιλογή, την πρόσληψη ή τον διορισμό των εν λόγω προσώπων».

Με τη βιαστική του δήλωση ο κ. Γεωργιάδης παραδέχτηκε μεν ότι οι ρυθμίσεις του νόμου παραβιάζουν την Οδηγία, αλλά ισχυρίστηκε ότι μέχρι να την ενσωματώσει η χώρα μας το 2021 μπορεί να την παραβιάζει. Σύμφωνα όμως με το άρθρο 288 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ενωσης (ΣΛΕΕ), η Οδηγία «δεσμεύει κάθε κράτος-μέλος στο οποίο απευθύνεται, όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα».

Αυτό σημαίνει, όπως έχει αποφανθεί σαφέστατα το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, ότι ακόμα και πριν τεθεί σε ισχύ σε μια χώρα κάποια Οδηγία έχουν δικαίωμα να την επικαλεστούν οι πολίτες, όταν η χώρα τους την παραβιάζει. Η Οδηγία, δηλαδή, παράγει άμεσα δίκαιο, όσο κι αν δεν το γνωρίζει αυτό ο κ. Γεωργιάδης.

Τα έωλα αυτά επιχειρήματα έχουν καταγραφεί και ασφαλώς αποτελούν και ισχυρά τεκμήρια της μη σύννομης διαδικασίας με την οποία επιδιώχθηκε η ωμή παρέμβαση και η διάλυση της Επιτροπής Ανταγωνισμού.

Πρώτες συνέπειες της διάλυσης

Αξίζει εδώ να αναφερθεί ότι κρίσιμες υποθέσεις είτε θα παραπεμφθούν στις καλένδες είτε κινδυνεύουν ακόμα και με παραγραφές, πράγμα που είναι βέβαιο ότι δεν θα αρέσει καθόλου ούτε στην Ευρωπαία επίτροπο ούτε στην Κομισιόν.

Πέρα από την παρακολούθηση της συμμόρφωσης με ασφαλιστικά μέτρα της υπόθεσης του «Αργους» (όπου υπάρχει πλέον και πόρισμα εμπειρογνωμόνων) και της υπόθεσης με τους βωξίτες, έχουν πραγματοποιηθεί ήδη διασκέψεις σε τρεις υποθέσεις παραβάσεων με πρόστιμα για «συμπράξεις» στον κλάδο μηχανημάτων αιμοκάθαρσης, νόθευση δημόσιου διαγωνισμού για κατασκευή σχολικού κτιρίου, παρεμπόδιση έλεγχου από την 3Ε, ενώ εκκρεμεί έκδοση γνωμοδότησης για τη διανομή Τύπου, για αποκλεισμό από δημόσια έργα όσων έχουν διευθετήσει τις υποθέσεις τους κ.λπ. Τέλος, εκκρεμούν αποφάσεις (Public, Opel και άλλες) με τον νόμο να ορίζει προθεσμία ενός μηνός.

(ΠΗΓΗ : https://www.efsyn.gr/politiki/kybernisi/207701_otan-o-mitsotakis-efage-porta-apo-ti-bestagker-gia-ti-thanoy  )