Ο θάνατος πάνω από την Ινδονησία

Φόβοι για χιλιάδες νεκρούς στην Ινδονησία, τρεις ημέρες μετά τον ισχυρό σεισμό των 7,5 βαθμών και το τσουνάμι, που ακολούθησε με κύματα έξι μέτρων, φέρνοντας ανυπολόγιστη καταστροφή.

Μέχρι τώρα ο επίσημος τραγικός απολογισμός ανέρχεται στα 844 θύματα, αλλά  θεωρείται βέβαιο ότι θα αυξηθεί κι άλλο, καθώς μεγάλο μέρος της πληγείσας περιοχής δεν είναι ακόμη προσβάσιμο.

Οι περισσότερες σοροί έχουν βρεθεί στο Πάλου, μια περιοχή με 350.000 κατοίκους στις δυτικές ακτές του Σουλαουέζι, το οποίο κηρύχτηκε σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης για 14 μέρες.

Αλλά οι διασώστες έφτασαν και επιχειρούν στο Ντονγκάλα δίνοντας κυριολεκτικά μάχη με το χρόνο για να εντοπίσουν επιζώντες στα συντρίμμια. Για παράδειγμα στο ξενοδοχείο επιχειρούν να απεγκλωβίσουν 50 με 60 παγιδευμένους.

Scenes of utter carnage in Palu as so many families pick through shattered homes looking for loved ones. The town has taken a massive hit from the earthquake but the damage caused to seaside communities is just breathtaking. pic.twitter.com/InKtb1x3FY

— amanda hodge (@hodgeamanda) 1 Οκτωβρίου 2018

Τα μηχανήματα που χρειάζονται για τη μετακίνηση των ερειπίων δεν έχουν ακόμη φτάσει στην περιοχή, με αποτέλεσμα οι διασώστες να προσπαθούν κυρίως με τα χέρια τους.

Το χτύπημα του Εγκέλαδου κατέστρεψε πολλά σπίτια, έσπασε τσιμεντένιους τοίχους σε εμπορικά κέντρα, έριξε μεταλλική γέφυρα και γέμισε τους δρόμους από σκόνη και ερείπια.

Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα είναι η έλλειψη καυσίμων στην περιοχή, ενώ εκτιμάται ότι θα χρειαστούν τρεις ημέρες για να αποκατασταθεί η ηλεκτρική ενέργεια στο Πάλου.

Μαζικός τάφος 100 μέτρων

Στο μεταξύ έναν κοινό τάφο μήκους 100 μέτρων, που μπορεί να χωρέσει έως και 1.000 πτώματα, έσκαψαν σήμερα εθελοντές στο Πάλου για να θάψουν τους νεκρούς τους.

Στόχος να αποφευχθούν κίνδυνοι για τη δημόσια υγεία, σύμφωνα με τον εκπρόσωπο της υπηρεσίας διαχείρισης καταστροφών, Σουτόπο Πούρουο Νουγκρόχο.

Τραγικές στιγμές των κατοίκων του Σουλαουέζι, που αναζητούν απεγνωσμένα συγγενείς και φίλους τους σε νοσοκομεία και αυτοσχέδια νεκροτομεία και από τις φωτογραφίες των θανόντων προσπαθούν να δουν αν οι δικοί τους ζουν.

Ορισμένοι τους ψάχνουν με αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Μια ομάδα στο Facebook έφτασε σχεδόν 10.000 μέλη σήμερα και γέμισε από σχετικές πληροφορίες και φωτογραφίες.

«Αν κάποιος εντοπίσει το νεκρό σώμα της, παρακαλώ μην το πάτε στο μαζικό τάφο γιατί θα την πάρουμε», έγραψε ένας χρήστης.

Στο πίσω ενός νοσοκομείου δεκάδες πτώματα βρίσκονταν καλυμμένα στο πάτωμα, προκειμένου να ταυτοποιηθούν, ενώ οι τραυματίες περιμένουν στην άλλη πλευρά του κτιρίου για να λάβουν τις πρώτες βοήθειες.

AP Photo/Tatan Syuflana

Μετά τα ανθρώπινα λάθη και γραφειοκρατικές καθυστερήσεις, που εμπόδισαν την έγκαιρη εκκένωση της πόλης Παλού, οι αρχές σήμερα διανείμουν τρόφιμα, πόσιμο νερό, είδη πρώτης ανάγκης και εξοπλισμό.

Παρά το τεράστιο εύρος της καταστροφής, ο αντιπρόεδρος Γιούσεφ Κάλλα δήλωσε ότι η κυβέρνηση δεν έκρινε ότι ο σεισμός ήταν «εθνική καταστροφή», επειδή η περιφερειακή κυβέρνηση του Σουλαουέζι εξακολουθεί να είναι λειτουργική.

Επίσης, η κυβέρνηση απηύθυνε σήμερα έκκληση για διεθνή βοήθεια, όπως ανακοίνωσε ο Τομ Λεμπόνγκ, κυβερνητικός αξιωματούχος αρμόδιος για τις ξένες επενδύσεις.

«Δεν έχει φτάσει καμία βοήθεια. Έχουμε χάσει τα πάντα» δήλωσε ένας κάτοικος στο BBC, ενώ η πρόσβαση είναι δύσκολη λόγω των μεγάλων καταστροφών και της βραδείας αντίδρασης της κυβέρνησης να δεχτεί εξωτερική βοήθεια.

Δεκάδες ανθρωπιστικές οργανώσεις και μη κυβερνητικές οργανώσεις έχουν δηλώσει έτοιμες να προσφέρουν έκτακτη βοήθεια, όμως αντιμετωπίζουν εμπόδια, καθώς οι δρόμοι είναι κατεστραμμένοι και τα αεροδρόμια έχουν υποστεί ζημιές.

Η Oxfam «προβλέπει να προσφέρει βοήθεια πιθανόν και σε 100.000 ανθρώπους», επεσήμανε η Ανσίλα Μπέρε αξιωματούχος της οργάνωσης στην Ινδονησία. Όμως «η πρόσβαση παραμένει μεγάλο πρόβλημα», εξήγησε ο διευθυντής της Save the Children.

Στο μεταξύ περίπου 1.200 κρατούμενοι δραπέτευσαν από υπερπλήρεις φυλακές στο Πάλου και το Ντονγκάλα εκμεταλλευόμενοι το χάος που ακολούθησε μετά τον σεισμό.

«Είμαι βέβαιη ότι απέδρασαν γιατί φοβήθηκαν ότι θα πληγούν από τον σεισμό. Προφανώς ήταν ζήτημα ζωής και θανάτου για τους κρατούμενους», διευκρίνισε η αξιωματούχος του υπουργείου Δικαιοσύνης, η Σρι Πούγκουχ Ουτάμι.

Η νέα αυτή τραγωδία ήρθε μετά τον σεισμός του Αυγούστου στο νησί Λομπόκ της χώρας, που είχε ως αποτέλεσμα των θάνατο περισσότερων από 500 ανθρώπους.