Σαν Σήμερα 3 Δεκεμβρίου: Ελεύθεροι σκοπευτές αιματοκυλούν τη διαδήλωση του ΕΑΜ και ξεκινούν τα «Δεκεμβριανά»

Η Μάχη του Δεκέμβρη θεωρείται η πιο κομβική στιγμή στην ιστορία του ΕΑΜ και ίσως ευρύτερα του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος, καθώς οι στρατηγικές και οι τακτικές που ακολουθήθηκαν κατά τη διάρκειά της και η κατάληξή της καθόρισαν τη μοίρα του, τουλάχιστον για τα επόμενα 30 χρόνια.

Στις 3 Δεκεμβρίου 1944, αστυνομικοί, στρατιώτες και ελεύθεροι σκοπευτές ακροβολισμένοι σε μπαλκόνια και ταράτσες, ανοίγουν πυρ εναντίον εκατοντάδων χιλιάδων εργατών  που διαδηλώνουν στην Αθήνα έπειτα από πρόσκληση του ΕΑΜ, συμμετέχοντας στη Γενική Απεργία που έχει κηρυχθεί με αίτημα την επαναδιαπραγμάτευση της Συμφωνίας για τον αφοπλισμό των αντιστασιακών οργανώσεων. Από τους πυροβολισμούς θα σκοτωθούν 33 διαδηλωτές και θα τραυματιστούν ακόμα 150. Οι πυροβολισμοί κατά του πλήθους στη διαδήλωση της 3ης Δεκέμβρη θα αποτελέσουν το εναρκτήριο λάκτισμα για το ιστορικό γεγονός που θα μείνει στην ιστορία ως «Η μάχη της Αθήνας» ή «Δεκεμβριανά», το οποίο θα διαρκέσει λίγο περισσότερο από ένα μήνα και θα λήξει στις 6 Ιανουαρίου 1945 με ήττα του ΕΛΑΣ Αθήνας από τις βρετανικές δυνάμεις σε συνεργασία με παλιούς δοσίλογους και τμήματα του υπό δημιουργία εθνικού στρατού. Το τέλος της Μάχης της Αθήνας δεν θα σημάνει και το τέλος των εχθροπραξιών, καθώς μέσα στους επόμενους μήνες ο εμφύλιος θα μεταφερθεί στην υπόλοιπη Ελλάδα και θα φέρει αντιμέτωπες τις δυνάμεις του Δημοκρατικού Στρατού και του ΚΚΕ με εκείνες των Βρετανών, των Αμερικανών και του Εθνικού Στρατού, μέχρι τον Αύγουστο του 1949.

Η Μάχη του Δεκέμβρη θεωρείται η πιο κομβική στιγμή στην ιστορία του ΕΑΜ και ίσως ευρύτερα του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος, καθώς οι στρατηγικές και οι τακτικές που ακολουθήθηκαν κατά τη διάρκειά της και η κατάληξή της καθόρισαν τη μοίρα του, τουλάχιστον για τα επόμενα 30 χρόνια.

Μετά την απελευθέρωση από τους Ναζί, το ΚΚΕ συμμετείχε στην λεγόμενη κυβέρνηση εθνικής ενότητας υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου με έξι υπουργούς. Αμέσως μετά τον σχηματισμό της κυβέρνησης ωστόσο, υπήρξε διαφωνία τόσο όσον αφορά τον αφοπλισμό των αντιστασιακών ομάδων με την ταυτόχρονη διατήρηση εθνικοφρόνων σωμάτων όπως η Γ’ Ορεινή Ταξιαρχία, όσο και αναφορικά με την πρωτοφανή ανεκτικότητα που έδειχνε η κυβέρνηση απέναντι στα Τάγματα Ασφαλείας και τους συνεργάτες των κατοχικών δυνάμεων. Οι συνεργάτες και οι δοσίλογοι δεν είχαν πραγματικά αφοπλιστεί, είχαν τυπικά κλεισθεί μέσα σε ξενοδοχεία και συχνά πυροβολούσαν από εκεί κατά μελών του ΕΑΜ. Όταν το ΕΑΜ ζήτησε να υπάρξει διαφοροποίηση της κατάστασης, έπεσε πάνω στην αντίθετη βούληση των Βρετανών και ιδιαίτερα του στρατηγού Σκόμπι, τον οποίον είχε αποστείλει ο Βρετανός πρωθυπουργός Τσόρτσιλ στην Ελλάδα ως τοποτηρητή.
Το αδιέξοδο που προέκυψε κατά τις διαπραγματεύσεις  οδήγησε σε παραίτηση των υπουργών του ΕΑΜ και του ΚΚΕ από την κυβέρνηση Παπανδρέου. Το ΕΑΜ κήρυξε γενική απεργία για τις 3 Δεκέμβρη και διαδήλωση στην πλατεία Συντάγματος, η οποία εξασφάλισε άδεια από τις αρχές. Το τελευταίο βράδυ πριν τη διαδήλωση η άδεια αυτή αναιρέθηκε λόγω της άρνησης του ΕΛΑΣ να παραδώσει τον οπλισμό του εάν δεν υπάρξει επαναδιαπραγμάτευση της συμφωνίας, αλλά το ΕΑΜ επέμεινε στην πραγματοποίησή της. Το συλλαλητήριο ήταν τεράστιο με εκατοντάδες χιλιάδες διαδηλωτές. Όταν οι αστυνομικοί και οι ελεύθεροι σκοπευτές άνοιξαν πυρ επικράτησε πανικός, καθώς το πλήθος που διαδήλωνε ήταν άοπλο. Αρχικά οι Βρετανοί ανακοίνωσαν ότι τα πυρά ήταν απαντητικά σε πυροβολισμούς διαδηλωτών, κάτι ωστόσο που σύντομα διέψευσαν τόσο ο Βρετανός διοικητής Γουντχάουζ όσο και ο τότε αρχηγός της αστυνομίας Άγγελος Έβερτ, πατέρας του κατοπινού αρχηγού της ΝΔ Μιλτιάδη Έβερτ, ο οποίος δήλωσε ότι έδωσε προσωπικά αυτός τη διαταγή για τους πυροβολισμούς επειδή αυτή τη διαταγή είχε λάβει από τους Βρετανούς.

Τα γεγονότα ακολουθήθηκαν από μάχες μεταξύ δυνάμεων του ΕΛΑΣ και βρετανικών και εθνικοφρόνων δυνάμεων, όπως η Ομάδα Χ σε όλη την Αθήνα. Αρχικά οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ κατέλαβαν πολλές περιοχές, ανάμεσά τους και το ορμητήριο των Χιτών, το Θησείο, ωστόσο η επέμβαση των Βρετανών άλλαξε τις ισορροπίες, ειδικά καθώς τις πρώτες ημέρες το ΚΚΕ είχε δώσει την ακατανόητη εντολή στους αγωνιστές του να πολεμούν μόνο εναντίον των συνεργατών των Ναζί και όχι εναντίον των Βρετανών. Οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ κατέλαβαν πολλά αστυνομικά τμήματα και διατήρησαν τον έλεγχο περιοχών όπως η Βικτώρια, η Κυψέλη, τα Εξάρχεια και το Γουδί. Προς το τέλος του Δεκέμβρη, οι Βρετανοί είχαν αρχίσει να επικρατούν, ενώ ο ΕΛΑΣ της επαρχίας περίμενε μάταια να λάβει διαταγή για να εισέλθει στην πόλη. Στις 3 Ιανουαρίου, η πτώση του Μεταξουργείου θα οδηγήσει στην τελική ήττα του ΕΛΑΣ. Το τέλος των εχθροπραξιών στην πιο μεγάλη μάχη στην ιστορία της Αθήνας βρήκε 3500 νεκρούς από τη χωροφυλακή, τις κυβερνητικές δυνάμεις και τους Βρετανούς και 2500 νεκρούς από την πλευρά του ΚΚΕ και του ΕΑΜ. Ωστόσο, σε αυτούς έπρεπε να προστεθούν και οι 7.000 αιχμάλωτοι, που θα αποτελούσαν τη μαγιά για τις αντικομμουνιστικές διώξεις που θα ακολουθούσαν και τον εμφύλιο πόλεμο, οι συνέπειες του οποίου θα ίσχυαν μέχρι το 1982.

Ακούστε: