Ταμπού η καύση των νεκρών – Εμπόδιο η Εκκλησία στην εφαρμογή του νομικού πλαισίου

Το αυτονόητο δικαίωμα ενός ανθρώπου να αποφασίζει τη διαχείριση του σώματός του ακόμη και μετά τον θάνατό του, δυστυχώς, στη χώρα μας δεν είναι ακριβώς αυτονόητο.
Σίγουρα είναι πάρα πολλοί αυτοί που, κινούμενοι από το θρησκευτικό τους αίσθημα, ούτε καν διανοούνται άλλη διαχείριση από την ταφή. Άλλοι δεν ενδιαφέρονται καν για την τύχη του σώματός τους όταν δεν θα βρίσκονται πλέον στη ζωή. Υπάρχουν, όμως, και αρκετοί που δεν νιώθουν καθόλου ευχάριστα με την ιδέα της ταφής. Στην περίπτωσή τους η πλέον διαδεδομένη εναλλακτική λύση είναι η καύση. Ωστόσο το ζήτημα αυτό στην Ελλάδα έχει προκαλέσει συγκρούσεις και ποικίλες αντιδράσεις.
Αν ανατρέξουμε στο παρελθόν, μπορούμε να βρούμε αναφορές σχετικά με την αποτέφρωση των νεκρών στην αρχαία Ελλάδα. Η ταφή στον ελλαδικό χώρο έγινε υποχρεωτική μετά την επικράτηση του χριστιανισμού.
Στην Ευρώπη η αποτέφρωση έχει θεσμοθετηθεί εδώ και πολλές δεκαετίες. Στη Γαλλία επιτρέπεται από το 1789, ενώ στη Γερμανία από το 1934. Στη Βρετανία επιτρέπεται με νόμο από το 1884, ενώ στην Ισπανία ο δρόμος για την αποτέφρωση έχει ανοίξει από το 1945. Μάλιστα, τα ποσοστά της αποτέφρωσης στην Ευρώπη είναι ιδιαιτέρως υψηλά, με την Τσεχία να κυριαρχεί με ποσοστό 70% επί των συνολικών θανάτων της χώρας.
Ενώ, λοιπόν, στα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη η δυνατότητα αποτέφρωσης είναι κάτι αυτονόητο, στην Ελλάδα του 2018 η αποτέφρωση δεν είναι ακόμη εφικτή. Η αυτοδιάθεση του σώματος ακόμη και μετά τον θάνατο είναι αδιαμφισβήτητο δικαίωμα κάθε ανθρώπου, κατοχυρωμένο και από το ίδιο το σύνταγμα.
Ωστόσο η έλλειψη δυνατότητας αποτέφρωσης στην Ελλάδα αναγκάζει πολλές οικογένειες να μεταφέρουν τους νεκρούς τους στο εξωτερικό, με συνέπεια μεγάλο οικονομικό και ψυχολογικό κόστος για τους ίδιους και σημαντική απώλεια χρήματος για το ελληνικό κράτος, το οποίο χάνει ένα αρκετά σημαντικό έσοδο, αφού δεν είναι πλέον λίγοι αυτοί που επιλέγουν την καύση.
Σύμφωνα με τους υπερασπιστές της καύσης, η διαδικασία της ταφής είναι δυσάρεστη και ψυχοφθόρος, ενώ η υποχρεωτική εκταφή μέσα σε τρία χρόνια κάνει την όλη διαδικασία ακόμη πιο δύσκολη και μειώνει έως έναν βαθμό την αξία του ανθρώπου. Όπως σημειώνουν, μάλιστα, στη χώρα μας ακόμη και η ταφή έχει ταξικό πρόσημο, αφού όσα περισσότερα μπορεί να διαθέσει κάποιος τόσο καλύτερες θα είναι οι συνθήκες ταφής του. Σε όλα τα προηγούμενα μπορεί να προστεθεί και η επιβάρυνση του περιβάλλοντος που συνεπάγεται η ύπαρξη νεκροταφείων, ειδικά μέσα στις πόλεις.
Πρωτοπόρος ο Έβερτ
Όσοι τελικά επιλέξουν τη διαδικασία της αποτέφρωσης, αφού συμπληρώσουν δήλωση του Ν. 1599/86 ότι επιθυμούν την αποτέφρωση της σορού τους, μεταφέρονται στο εξωτερικό και κατά κύριο λόγο στη Βουλγαρία. Το κόστος της αποτέφρωσης στη Βουλγαρία κυμαίνεται μεταξύ 2.000 – 5.000 ευρώ, ενώ υπολογίζεται ότι κάθε χρόνο περίπου 4.000 Έλληνες μεταφέρονται εκεί για να αποτεφρωθούν.
Επομένως δεν είναι λίγες οι οικογένειες που αναγκάζονται, πέρα από το τεράστιο κόστος της απώλειας του αγαπημένου τους προσώπου, να επωμιστούν και το δαπανηρό ταξίδι στη Βουλγαρία για την ικανοποίηση της τελευταίας του επιθυμίας. Σύμφωνα, μάλιστα, με εκτιμήσεις της Ελληνικής Κοινωνίας Αποτέφρωσης, που συνεστήθη το 1997 με σκοπό τη δημιουργία νομοθετικού πλαισίου για την αποτέφρωση, το 51% των Ελλήνων προτιμά αυτή τη λύση έναντι της παραδοσιακής ταφής.
Βεβαίως οι προσπάθειες για να ανοίξει ο δρόμος για την αποτέφρωση στη χώρα μας έχουν αρχίσει εδώ και πολλά χρόνια. Ο Μιλτιάδης Έβερτ ήταν ο πρώτος που έφερε το ζήτημα στο προσκήνιο ζητώντας το 1987, ως δήμαρχος Αθηναίων, να επιτραπεί η αποτέφρωση των θυμάτων του καύσωνα, αίτημα το οποίο δεν έγινε δεκτό από την Εκκλησία. Μεταξύ 1986 – 1988 οι Δήμοι Καλλιθέας, Αγίου Δημητρίου και Ζωγράφου ζήτησαν βοήθεια από το υπουργείο Εξωτερικών για τη δημιουργία αποτεφρωτηρίου, κάτι που δεν ήταν δυνατόν να συμβεί λόγω της ανυπαρξίας νομοθετικού πλαισίου.
Ο Νόμος 3448/2006, που επέτρεψε την αποτέφρωση, ψηφίστηκε ύστερα από περίπου είκοσι χρόνια για να καλύψει το κενό αυτό, αλλά η εφαρμογή του δεν είναι δυνατή μέχρι σήμερα.
Το 2010 ολοκληρώθηκε η Κυβερνητική Απόφαση 20532/32.1.2010 και οι Δήμοι Ζωγράφου, Αθηναίων και Θεσσαλονίκης αποφάσισαν τη δημιουργία Κέντρου Αποτέφρωσης Νεκρών, απόφαση που δεν εφαρμόστηκε εξαιτίας διαρκών γραφειοκρατικών προβλημάτων. Πέντε χρόνια αργότερα, το 2015, με απόφαση του υπουργείου Περιβάλλοντος ολοκληρώθηκε το θεσμικό πλαίσιο για την ίδρυση αποτεφρωτηρίων.
Νόμος χωρίς αντίκρισμα
Παρά, όμως, τη νομοθετική πρόβλεψη, η ίδρυση δεν ήταν δυνατή εξαιτίας δυο περιορισμών. Αρχικά ορίστηκε ότι τα αποτεφρωτήρια έπρεπε να λειτουργούν στο εσωτερικό νεκροταφείου ή να γειτνιάζουν με αυτό, κάτι που προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων από την Εκκλησία. Ο συγκεκριμένος περιορισμός ξεπεράστηκε με τροπολογία του 2017.
Παρέμεινε, όμως, ο δεύτερος, σύμφωνα με τον οποίο αποτεφρωτήρια επιτρέπεται να ιδρύονται μόνο από τους δήμους, οι οποίοι, όμως, εμποδίζονται, λόγω της έντονης αντίδρασης της Εκκλησίας, η οποία προβάλλει σοβαρά εμπόδια σε όλη την πορεία δημιουργίας αποτεφρωτηρίου και αρνείται να τελέσει την εξόδιο ακολουθία σε όσους επιλέγουν την καύση.
Ακόμη, όμως, και στις περιπτώσεις που οι δήμοι καταφέρνουν να ξεπεράσουν την αντίδραση αυτή, έρχονται αντιμέτωποι με διάφορα γραφειοκρατικά ζητήματα. Ο Δήμος Αθηναίων, π.χ., του οποίου το δημοτικό συμβούλιο έχει αποφασίσει τη δημιουργία αποτεφρωτηρίου στον Βοτανικό, χρειάζεται νομοθετική ρύθμιση με την οποία η ίδρυση αποτεφρωτηρίου θα χαρακτηριστεί ως δραστηριότητα κοινωφελούς χρήσεως, καθώς το συγκεκριμένο σημείο στον Βοτανικό είναι «κοινόχρηστο πράσινο».
Υπάρχουν, έτσι, δύο ρεαλιστικές δυνατότητες να γίνει εφικτή η δημιουργία αποτεφρωτηρίων. Η πρώτη είναι η δημιουργία κρατικού κέντρου αποτέφρωσης, από το οποίο τα γραφεία κηδειών θα αγοράζουν υπηρεσίες. Στον αντίποδα βρίσκεται η πρόταση για νομοθετική ρύθμιση ώστε να μπορούν ιδιώτες να ιδρύουν αποτεφρωτήρια.
Ανεξαρτήτως της λύσης που θα δοθεί τελικά, η καύση αφορά μια όλο και μεγαλύτερη μερίδα του πληθυσμού, συνεπώς πρέπει να δοθεί η δυνατότητα σε όποιον το επιθυμεί να μπορεί να επιλέξει την καύση του σώματός του στη χώρα του. Είναι θέμα πολιτισμού…