Τα «καλά νέα» της συνάντησης Τσίπρα – Ερντογάν

Tο πρώτο καλό νέο από την χθεσινή συνάντηση Τσίπρα – Ερντογάν στην Αγκυρα είναι ότι κινήθηκε αυστηρά εντός των προσυμφωνηθέντων. ‘Ηταν μια συνάντηση μέχρι κεραίας προετοιμασμένη – σε αντίθεση, ενδεχομένως, με την τελευταία επίσκεψη του Τούρκου προέδρου στην Αθήνα – πάνω στο δόγμα της «μη κλιμάκωσης».

Το δεύτερο καλό νέο ήταν πως ανάμεσα στην εκατέρωθεν επιδίωξη για ανάδειξη «θετικής ατζέντας» και στις μείζονες διμερείς διαφορές επικράτησε η πρώτη. Ο Ταγίπ Ερντογάν θέλει διεθνή αποδοχή και αναγνώριση, σε μια συγκυρία που βρίσκει την Τουρκία ανοιχτή σε πολλαπλά μέτωπα και αντιμέτωπη με την αναδιάταξη των γεωπολιτικών ισορροπιών στην περιοχή. Και θέλει επίσης να στείλει σήμα αξιοπιστίας στην Ευρώπη , χωρίς να υπαναχωρεί από τον ρόλο του ηγέτη της περιφερειακής «υπερδύναμης».

Οι επιδιώξεις αυτές συναντήθηκαν χθες στην Αγκυρα στον ελάχιστο, ρεαλιστικό κοινό τόπο. Και απέφεραν μια κατ΄αρχάς δήλωση θετικών προθέσεων για έναν προσεκτικό διάλογο, ο οποίος θα ξεκινήσει από τα πλέον ανώδυνα – τα ζητήματα χαμηλής πολιτικής – και, υπό προϋποθέσεις, μπορεί να αγγίξει και τα μείζονα.

Ο εν λόγος κοινός τόπος ήταν επίσης προϊόν μίας εξίσου πολύ προσεκτικής προετοιμασίας. Και βασίζεται στην μεθοδολογία της προσέγγισης στα ελάσσονα – όπως η οικονομική συνεργασία και οι εμπορικές σχέσεις -, της προσπάθειας άμβλυνσης των διαφορών στα θέματα ενδιάμεσης δυσκολίας – από τα ζητήματα των θρησκευτικών ελευθεριών έως την υπόθεση των 8 τούρκων αξιωματικών –, και της ανίχνευσης προθέσεων στα μείζονα, δηλαδή σε Αιγαίο, υφαλοκρηπίδα, κυπριακό και ΑΟΖ.

Η μεθοδολογία αυτή ήταν εμφανής και στην ιεράρχηση των θεμάτων κατά την κοινή συνέντευξη Τύπου Τσίπρα-Ερντογάν. Στο πεδίο της οικονομίας, ο τούρκος πρόεδρος επέλεξε να τονίσει την υψηλή δυναμική ανάπτυξης των εμπορικών συναλλαγών ανάμεσα στις δύο χώρες, ενώ ο Αλέξης Τσίπρας ανέδειξε την προοπτική άμεσης λειτουργίας, έως και το καλοκαίρι ενδεχομένως, της ακτοπλοϊκής σύνδεσης Θεσσαλονίκης – Σμύρνης.

Στην δεύτερη βαθμίδα δυσκολίας, η επικήρυξη από την Αγκυρα των 8 τούρκων αξιωματικών που πήραν άσυλο στην Ελλάδα έριξε την σκιά της στην συνάντηση. Πρόκειται για μια υπόθεση που, όπως λέει χαρακτηριστικά διπλωματική πηγή, ο Ερντογάν θεωρεί «προσωπική προσβολή», το μήνυμα Τσίπρα όμως περί της ανεξαρτησίας της ελληνικής δικαιοσύνης ήταν για μια ακόμη φορά εξαιρετικά καθαρό.

Σύμφωνα με διπλωματικούς κύκλους πάντως, η συμφωνία για ενισχυμένη συνεργασία σε θέματα ασφάλειας και τρομοκρατίας – που μπορεί να περιλαμβάνει και δίκτυα γκιουλενιστών στην Ελλάδα – ίσως αμβλύνει τις «γωνίες» της υπόθεσης αυτής, ενώ σε διαφορετικό επίπεδο προϋποθέσεις προσέγγισης διαμορφώνουν και οι υψηλού συμβολισμού σημερινές επισκέψεις του Αλέξη Τσίπρα στην Αγια Σοφιά και την Χάλκη.

Ως προς την ουσία του ζητήματος των θρησκευτικών ελευθεριών ο τούρκος πρόεδρος ήταν, και εκείνος, απολύτως σαφής – συνέδεσε, για μια ακόμη φορά, την επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης με την εκλογή των μουφτήδων στην Θράκη. Η εκτίμηση ωστόσο έμπειρων διπλωματικών παραγόντων είναι πως στο συγκεκριμένο θέμα δεν αποκλείεται να υπάρξουν θετικά μηνύματα το επόμενο διάστημα.

Πέραν τούτων, στα ζητήματα υψηλής πολιτικής ο οδικός χάρτης προβλέπει αποκλειστικά και μόνον ανιχνευτικές κινήσεις: Σε ό,τι αφορά το Αιγαίο δρομολογήθηκε η διερεύνηση των δυνατοτήτων «επαναχάραξης» των Μέτρων Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης από τους υπουργούς Αμυνας των δύο χωρών Βαγγέλη Αποστολάκη και Χουλουσί Ακάρ, ενώ ως προς το κυπριακό ο Γιώργος Κατρούγκαλος και ο τούρκος υπουργός Εξωτερικών Μεβλούτ Τσαβούσογλου θα ξεκινήσουν προπαρασκευαστικές επαφές – επαφές, στις οποίες θα διαπιστωθεί εάν, και σε ποια βάση, υπάρχει έδαφος επανέναρξης των συνομιλιών. Από ελληνικές κυβερνητικές πηγές ωστόσο αξιολογείται ως θετικό το γεγονός πως οι χθεσινές αναφορές Ερντογάν στο κυπριακό έγιναν «με όρους επανένωσης»  και ότι ο τούρκος πρόεδρος «μίλησε μόνο για πολιτική ισότητα και όχι για αναζήτηση λύσης σε άλλο πλαίσιο».

Στο δια ταύτα, είναι προφανές ότι το χθεσινό ραντεβού κορυφής στην Αγκυρα δεν άνοιξε νέο κεφάλαιο στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Μπορεί όμως να άνοιξε τον δρόμο για την επανεκκίνησηενός διαλόγου με θετική δυναμική και προοπτική λύσεων και όχι όξυνσης.