Τι συμβαίνει στο Ιράν;

Από τις 28 Δεκεμβρίου βρίσκονται σε εξέλιξη διαδηλώσεις στο Ιράν που ξεκίνησαν από τη σιιτική πόλη Μασχάντ και επεκτάθηκαν σε όλη τη χώρα. Ακούγονται διάφορα για τους αρχικούς υποκινητές των διαδηλώσεων (σκληροπυρηνικά στοιχεία που ήθελαν αντιδράσεις κατά του προέδρου Ροχανί), αλλά φαίνεται πως η δυναμική τους ξεπέρασε τους αρχικούς στόχους των υποκινητών τους.

Η εξέλιξη των διαδηλώσεων δεν φαίνεται αισιόδοξη, αλλά κανείς δεν μπορεί να προβλέψει την κοινωνική δυναμική.

Το ισλαμικό καθεστώς διαθέτει ισχυρούς μηχανισμούς, όπως τους «Φρουρούς της Επανάστασης» που είναι και πολυάριθμοι και καλά οργανωμένοι και εκπαιδευμένοι, και εμποτισμένοι με τον κατάλληλο φανατισμό για να καταστείλουν τέτοιου είδους εξεγέρσεις.

Οι διαδηλώσεις που παρακολουθούμε τις ημέρες αυτές είναι μικρότερες από τις ανάλογες του 2009, αλλά έχουν ένα χαρακτηριστικό που δεν είχαν εκείνες. Τη μαζική χρήση του smartphone και των κοινωνικών δικτύων. Βεβαίως, οι Αρχές του καθεστώτος έχουν τη δυνατότητα να διακόψουν τις επικοινωνίες μέσω ίντερνετ, αλλά υπάρχουν και τρόποι αντίδρασης.

Το κείμενο που ακολουθεί είναι του Karim Sadjadpour από το theatlantic.com και δίνει μια πολύ καλή εικόνα του τι συμβαίνει στο Ιράν, την προοπτική της εξέγερσης αλλά και πώς θα πρέπει να κινηθεί η πολιτική των ΗΠΑ και άλλων Δυτικών χωρών.

«Η μάχη για το Ιράν»
Τα κινήματα διαμαρτυρίας στη Μέση Ανατολή αντιμετωπίζουν τεράστια κατασταλτικά εμπόδια και σπάνια έχουν ευτυχή κατάληξη. Ακόμη και όταν οι διαδηλωτές «επέτυχαν» την ανατροπή ενός αυταρχικού ηγεμόνα, σπάνια κατάφεραν να τερματίσουν τον αυταρχισμό.

Στο Ιράν, τα εμπόδια για την επιτυχία είναι αποθαρρυντικά. Ενώ οι περισσότερες χώρες της Μέσης Ανατολής κυβερνώνται από κοσμικούς μονάρχες που επικεντρώνονται στην καταστολή κυρίως της ισλαμικής αντιπολίτευσης, το Ιράν είναι μια ισλαμική αυτοκρατορία επικεντρωμένη στην καταστολή της κοσμικής αντιπολίτευσης. Αυτοί οι δυναμικοί άοπλοι, ανοργάνωτοι, χωρίς ηγέτες πολίτες που επιδιώκουν την οικονομική αξιοπρέπεια και τον πλουραλισμό, σε αντίθεση με μια έντονα οπλισμένη, οργανωμένη, εύπορη κυβερνητική θεοκρατία που ασπάζεται το μαρτύριο του θανάτου, δεν αποτελεί συνταγή επιτυχίας.

Εντούτοις, ενάντια σε αυτό το δυσάρεστο σκηνικό, οι ολοένα και αυξανόμενες αντικυβερνητικές διαδηλώσεις στο Ιράν –αν και μέχρι στιγμής πολύ μικρότερες από την εξέγερση του 2009– έχουν απροσδόκητη γεωγραφική επέκταση και ένταση.

Ξεκίνησαν στις 28 Δεκεμβρίου στο Μασχάντ, μια σιιτική πόλη προσκυνήματος που συχνά θεωρούνταν ισχυρό φρούριο του καθεστώτος, με τους

διαδηλωτές να φωνάζουν συνθήματα όπως «αφήστε τη Συρία μόνη, σκεφτείτε για εμάς». Σύντομα εξαπλώθηκαν στην Κομ, την πιο ιερή πόλη του Ιράν, όπου διαδηλωτές εκδήλωσαν νοσταλγία για τον Ρεζά, τον εκσυγχρονιστή σάχη του 20ού αιώνα που απείλησε ανελέητα τον κλήρο. Συνεχίστηκαν σε επαρχιακές πόλεις, με χιλιάδες να διαδηλώνουν με συνθήματα όπως «δεν θέλουμε Ισλαμική Δημοκρατία» στο Νατζαπαμπάντ, «θάνατο στους Φρουρούς της Επανάστασης» στο Ραστ και «θάνατο στον δικτάτορα» στο Κοραμαμπάντ. Από τότε έχουν εξαπλωθεί στην Τεχεράνη και εκατοντάδες διαδηλωτές έχουν συλληφθεί, ανέφερε το BBC επικαλούμενο Ιρανούς αξιωματούχους.

Αυτό που προκάλεσε τις διαμαρτυρίες είναι θέμα συζήτησης –ορισμένα στοιχεία υποστηρίζουν ότι αρχικά είχαν ενθαρρυνθεί από σκληροπυρηνικές δυνάμεις για να εμποδίσουν τον πρόεδρο Χασάν Ρουχανί–, αλλά αυτό που τις τροφοδότησε ήταν τα ίδια τα αιτήματα των αντιπολιτευτικών διαμαρτυριών παντού: η αύξηση του κόστους διαβίωσης, η ενδημική διαφθορά, απάτη, κακοδιαχείριση. Προσθέστε σε αυτό το πικρό κοκτέιλ τόσο την πολιτική όσο και την κοινωνική καταπίεση, οι οποίες ασκούνται από το ηθικό βάθρο της ισλαμικής θεοκρατίας.

Ενώ αυτά τα αιτήματα έχουν κακοφορμίσει εδώ και χρόνια, ή μάλλον δεκαετίες, μεταξύ των πολλών παραμέτρων που χαρακτηρίζουν τις σημερινές διαδηλώσεις από εκείνες του 2009 είναι τα smartphone. Το 2009 εκτιμάται ότι 2 έως 3 εκατομμύρια Ιρανοί διαμαρτυρήθηκαν σιωπηλά στην Τεχεράνη, με λιγότερους από 1 εκατομμύριο να διαθέτουν μια τέτοια συσκευή και λίγοι εκτός της Τεχεράνης. Σήμερα 48 εκατομμύρια Ιρανοί πιστεύεται ότι έχουν smartphone, όλα εξοπλισμένα με κοινωνικά μέσα και εφαρμογές επικοινωνίας.

Η εφαρμογή Telegram, μόνο, θεωρείται ότι έχει 40 εκατομμύρια χρήστες, ανεξέλεγκτους από τον κυβερνητικό έλεγχο, αλλά δεν είναι απρόσβλητοι σε μια διακοπή επικοινωνίας εάν η Τεχεράνη προσπαθήσει να διακόψει το διαδίκτυο.

Όμως ενώ οι Ιρανοί έχουν μια πολύ καλή κατανόηση του πώς ζουν αλλού, ο υπόλοιπος κόσμος έχει λιγότερο σαφή ιδέα για το πώς ζουν οι Ιρανοί δεδομένης της αποτελεσματικής παραμόρφωσης, από την Τεχεράνη, της κάλυψης που παρέχουν τα Δυτικά μέσα ενημέρωσης. Από το 2009 και ακόμη πιο πριν, οι επαγγελματίες δημοσιογράφοι που κάλυπταν το Ιράν –συμπεριλαμβανομένων της Farnaz Fassihi της The Wall Street Journal, της Nazila Fathi της New York Times, του Maziar Bahari του Newsweek, της Parisa Hafezi και του Babak Dehghanpisheh του Reuters και δεκάδων άλλων– εκφοβίζονται και σε ορισμένες περιπτώσεις φυλακίζονται. Οι λίγοι δημοσιογράφοι που παραμένουν στο Ιράν ανησυχούν δικαιολογημένα για την προσωπική τους ασφάλεια. Πολλοί από τους καλύτερους Ιρανούς συγγραφείς, μελετητές και καλλιτέχνες της γενιάς τους έχουν εξοριστεί επίσης από το Ιράν.

Ταυτόχρονα, το καθεστώς έχει χορηγήσει θεωρήσεις και πρόσβαση σε όσους γνωρίζει ότι θα προσφέρουν φιλικότερη κάλυψη. Ο υπουργός Εξωτερικών Τζαβάντ Ζαρίφ ήταν ιδιαίτερα αποτελεσματικός στο χειρισμό Δυτικών δημοσιογράφων, αναλυτών και αξιωματούχων. Αυτό δημιούργησε ένα άνοιγμα για ένα νέο είδος δημοσιογράφων και αναλυτών της κοινής γνώμης –μερικοί από τους οποίους αναζητούν και προωθούν ταυτόχρονα επιχειρηματικές ευκαιρίες στο Ιράν– παίζοντας γροθιές για να διατηρήσουν την πρόσβασή τους.

Τι γίνεται τώρα;
Η ιρανική κυβέρνηση έχει το υψηλότερο κατά κεφαλήν ποσοστό εκτελέσεων στον κόσμο, αντιμετωπίζει τις γυναίκες ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας, διώκει ομοφυλόφιλους και θρησκευτικές μειονότητες και καταπνίγει την ελευθερία του λόγου. Ενώ υπάρχει φυσική κλίση μεταξύ των αξιοπρεπών ανθρώπων παντού στο Ιράν για να επιδιώξουν ένα ειρηνικό κίνημα για τα δικαιώματα των πολιτών, υπάρχουν αρκετοί λόγοι για να πιστέψουμε ότι δεν θα το πετύχουν.

Το καταπιεστικό απαράτ του καθεστώτος –το Ισλαμικό Σώμα των Φρουρών της Επανάστασης (IRGC) και το Bassij milita– είναι δυνάμεις οργανωμένες, ένοπλες, υπεράριθμες και καλά ασκημένες στην άγρια καταστολή. Οι αντίπαλοι της κυβέρνησης, αντίθετα, είναι άοπλοι, χωρίς ηγέτες και χωρίς κατεύθυνση. Επιπλέον, το Ιράν έχει στη διάθεσή του δεκάδες χιλιάδες σιίτες στρατιώτες –συμπεριλαμβανομένης της λιβανικής Χεζμπολάχ– με τους οποίους έχει καλλιεργήσει τις σχέσεις του εδώ και χρόνια και σε μερικές περιπτώσεις δεκαετίες.

Γι’ αυτές τις στρατιωτικές δυνάμεις, η συντριβή των άοπλων Ιρανών διαδηλωτών είναι πολύ πιο εύκολη υπόθεση από την καταπολέμηση των Σύριων ανταρτών ή των σουνιτών τζιχαντιστών.

Ενώ μερικοί έχουν εκφράσει την ελπίδα ότι αυτές οι διαμαρτυρίες θα μπορούσαν να αναγκάσουν την ιρανική κυβέρνηση να προσπαθήσει να αντιμετωπίσει τα λαϊκά αιτήματα, η ιστορία μάς δείχνει ότι το αντίθετο είναι πιο πιθανό. Τις επόμενες εβδομάδες και μήνες αναμένουμε ότι το καθεστώς θα γίνει όλο και πιο κατασταλτικό. Οι δυνάμεις ασφαλείας του Ιράν αναπτύσσονται όταν υπάρχει ανασφάλεια. Ορισμένοι Ιρανοί φοβούνται ακόμη ότι η IRGC επέτρεψε στους διαδηλωτές να εκφραστούν, ως πρόσχημα για την επέκταση της εξουσίας τους στο όνομα της εθνικής ασφάλειας.

Τι μπορούν να κάνουν οι Ηνωμένες Πολιτείες;
Είναι φυσικό ότι οι αναταραχές εναντίον ενός καθεστώτος του οποίου το επίσημο σύνθημα είναι «Θάνατος στην Αμερική» θα προκαλέσουν ισχυρή υποστήριξη από πολιτικούς των ΗΠΑ. Το ερώτημα, όπως πάντα, είναι ποιος είναι ο πιο εποικοδομητικός τρόπος για την Ουάσινγκτον να «στηρίξει» τέτοιες διαμαρτυρίες;

Μετά τον πόλεμο του Κόλπου, το 1991, ο πρόεδρος Τζορτζ Μπους ενθάρρυνε απεγνωσμένα τους Ιρακινούς σιίτες να ξεσηκωθούν εναντίον του Σαντάμ Χουσεΐν. Όταν το έπραξαν και σφαγιάστηκαν, η διεθνής οργή απευθυνόταν στον Μπους περισσότερο από τον Σαντάμ. Το 2009 η κυβέρνηση Ομπάμα πρόσφερε μόνο χλιαρή υποστήριξη στις εξεγέρσεις του Πράσινου Κινήματος στο Ιράν, κάτι για το οποίο η Χίλαρι Κλίντον αργότερα, ως υπουργός, εξέφρασε τη βαθιά λύπη της.

Τι πρέπει να κάνουν οι Αμερικανοί ηγέτες; Ενώ οι προσεκτικές εκφράσεις αλληλεγγύης προς το λαό, αλλά όχι και η υποκίνηση, είναι καλές για την προοπτική, δεδομένης της πενιχρής επιρροής της Ουάσινγκτον στην Τεχεράνη, τέτοιες δηλώσεις πιθανότατα έχουν περιορισμένο αντίκτυπο (σε αντίθεση με τις επίσημες δηλώσεις για τα αυταρχικά καθεστώτα έναντι των οποίων οι ΗΠΑ είχαν πραγματική επιρροή, όπως η Αίγυπτος του Μουμπάρακ).

Σημαντικότερες από τις δημόσιες δηλώσεις, ωστόσο, είναι οι πολιτικές των ΗΠΑ που μπορούν να εμποδίσουν την κατασταλτική ικανότητα του καθεστώτος και την ικανότητά του να διακόπτει τις επικοινωνίες.

Μια συγκεκριμένη πρόταση είναι να καταστεί σαφές ότι οι εταιρείες και οι χώρες σε όλο τον κόσμο που συνεργάζονται με το κατασταλτικό απαράτ του Ιράν –συμπεριλαμβανομένων εκείνων που παρέχουν τεχνολογία λογοκρισίας– θα αντιμετωπίσουν μομφή από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει επίσης να κινητοποιήσουν παγκόσμιους εταίρους που έχουν σχέσεις με το Ιράν –συμπεριλαμβανομένης της Ευρώπης, της Ιαπωνίας, της Νότιας Κορέας και της Ινδίας– να προσθέσουν τις ανησυχίες τους και την καταδίκη τους στην καταστολή από την Τεχεράνη. Η επικεφαλής της εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ, Φεντερίκα Μογκερίνι, είναι αισθητά σιωπηλή.

Δεδομένης της αδιαφάνειας του ιρανικού συστήματος και του απρόσιτου σε ανεξάρτητες έρευνες, οι επόμενες ημέρες και εβδομάδες είναι εξαιρετικά απρόβλεπτες. Ο Χαμενεΐ και οι υποστηρικτές του IRGC εμφανίζονται σταθερά εδραιωμένοι σε χιλιάδες μίλια μακριά, αλλά γνωρίζουμε επίσης από την ιστορία ότι η αυταρχική σταθερότητα μπορεί να είναι χίμαιρα.

Τον Αύγουστο του 1978 η CIA αξιολόγησε με βεβαιότητα ότι η μοναρχία του Παχλαβί στο Ιράν «δεν πιέζεται από μια επανάσταση ή από μια προεπαναστατική κατάσταση». Πέντε μήνες αργότερα ο σάχης, με προχωρημένο καρκίνο που αγνοούσε ακόμη και η οικογένειά του, εγκαταλείπει την εξουσία για να μη γυρίσει ποτέ πίσω.

Η υγεία του Χαμενεΐ υπήρξε θέμα φημών για χρόνια, αλλά κρατιέται σφιχτά ως μυστικό εθνικής ασφάλειας.

«Είμαι απαισιόδοξος λόγω ευφυΐας», έλεγε ο Ιταλός φιλόσοφος Αντόνιο Γκράμσι, «αλλά αισιόδοξος λόγω θέλησης». 2.500 χρόνια περσικού πολιτισμού και αναζήτησης της δημοκρατίας εδώ και περισσότερο από έναν αιώνα, προσφέρουν την ελπίδα γύρω από την ανεξάντλητη ιρανική βούληση για αλλαγή. Αλλά η ιστορία της βίαιης συμπεριφοράς τεσσάρων δεκαετιών της Ισλαμικής Δημοκρατίας δείχνει ότι η αλλαγή δεν θα έρθει εύκολα ή ειρηνικά ή σύντομα.

Σχόλιο-μετάφραση: Παντελής Σαββίδης.

(ΠΗΓΗ : http://www.pontos-news.gr/article/173508/ti-symvainei-sto-iran)

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *