Το καλοκαίρι του 2018 το πιο ζεστό στην ιστορία του Βελγίου με … 20 βαθμούς Κελσίου

Ενα από τα πιο ζεστά καλοκαίρια στην ιστορία του ζει το Βέλγιο με καταγεγραμμένες μέσες θερμοκρασίες τους μήνες Ιούνιο, Ιούλιο και Αύγουστο κατά πολύ υψηλότερες από κείνες του 2003 που είχαν σημειώσει τότε ρεκόρ (19,7 βαθμοί), ανακοίνωσε την Παρασκευή η επικεφαλής των καιρικών προβλέψεων του Βασιλικού Ινστιτούτου Μετεωρολογίας (MRI).

Η πρόβλεψη για την τελευταία εβδομάδα του Αυγούστου είναι τουλάχιστον 20 βαθμοί Κελσίου, γεγονός που καταρρίπτει με βεβαιότητα σε ποσοστό 90% το ρεκόρ του 2003. Οι μετεωρολόγοι εικάζουν όμως οτι πρόκειται για «το πιο καυτό καλοκαίρι από το 1833»- χρονιά που ξεκίνησαν οι μετεωρολογικές παρατηρήσεις στο σταθμό των Βρυξελλών Uccle.

Από το καλοκαίρι του 2003 στο Βέλγιο ξεκίνησαν να χρησιμοποιούν την έκφραση «κύμα ζέστης» – άγνωστη μέχρι πρότινος – για καταγεγραμμένες μέγιστες θερμοκρασίες άνω των 25 βαθμών Κελσίου επί πέντε συνεχόμενες ημέρες «εκ των οποίων οι τρεις με τουλάχιστον 30 βαθμούς».

(ΠΗΓΗ : http://www.amna.gr/home/article/286469/To-kalokairi-tou-2018-to-pio-zesto-stin-istoria-tou-Belgiou-me–20-bathmous-Kelsiou  )

 

Η «πονεμένη» ιστορία των δασικών χαρτών

Το 2008 ανατέθηκαν οι πρώτοι δασικοί χάρτες της Ανατολικής Αττικής, παραδόθηκαν δύο χρόνια αργότερα, πληρώθηκαν το 2011, έγινε μερική ανάρτηση την περίοδο 2011-2013 και τα δύσκολα μπήκαν στα… συρτάρια!

Η μικρή «πονεμένη» ιστορία αφορά την Πεντέλη, τη Νέα Πεντέλη, τη Φυλή, την Κηφισιά και τη Δροσιά, περιοχές με μεγάλη δασοκάλυψη στις εκτός αλλά και τις εντός σχεδίου ζώνες.

Κυρώθηκαν μόνο τα κομμάτια τους που δεν αμφισβητούνται, και αποτελούν μόλις το 0,8% της συνολικής επιφάνειας της χώρας.

Για τα υπόλοιπα κατατέθηκαν χιλιάδες αντιρρήσεις από ιδιοκτήτες, αλλά και από το 2011 δεν συγκροτήθηκαν ποτέ οι προβλεπόμενες από τον νόμο επιτροπές εκδίκασης ενστάσεων.

Το 2010 οι μελέτες για τους δασικούς χάρτες επεκτάθηκαν και σε άλλες περιοχές της Ανατολικής Αττικής, αλλά δεν θεωρήθηκαν από τη Διεύθυνση Δασών λόγω έλλειψης προσωπικού.

Γι’ αυτό τον λόγο το 2013 η αρμοδιότητα μεταφέρθηκε στο Κτηματολόγιο και η υπόθεση ξεχάστηκε…

Το ίδιο συνέβη στη Δυτική Αττική, όπου ώς το τέλος του 2014 δεν είχε γίνει ανάρτηση παρ’ όλο που είχαν εκπονηθεί δασικοί χάρτες.

Ηταν ο απολογισμός του υπουργείου Περιβάλλοντος στον κρίσιμο τομέα των δασικών χαρτών ώς το 2014 και αφορά το 40% της επιφάνειας της χώρας.

Ενα καυτό θέμα, καθώς οι δασικές εκτάσεις ήταν διαχρονικά στο στόχαστρο των καταπατητών της δημόσιας γης, και με βάση στοιχεία του Κτηματολογίου καλύπτουν 700.000 στρέμματα σε όλη την Ελλάδα, από τα οποία τα 282.000 βρίσκονται στην Αττική.

Ως τα μέσα της δεκαετίας του 1990, οι οικισμοί αυθαιρέτων «ξεφύτρωναν» στα καμένα δάση, αφού ήταν χρονοβόρες οι διαδικασίες κήρυξης αναδασωτέων εκτάσεων.

Στη συνέχεια, μπήκαν κάποιες προδιαγραφές, αλλά ξεκίνησε η «βιομηχανία» αιτήσεων προς τις νομαρχίες για αποχαρακτηρισμό μικρών κομματιών με το επιχείρημα ότι είχαν θεωρηθεί κατά λάθος δασικά.

Εντοπίστηκαν, επίσης, 2 εκατ. στρέμματα δασών που είχαν εκχερσωθεί από χρόνια και καλλιεργούνται.

Η σημαντική καθυστέρηση στην προώθηση των δασικών χαρτών, που είχαν θεσμοθετηθεί από το 1979 αλλά τριάντα χρόνια αργότερα ήταν λίγο πάνω από το… μηδέν, είχε επισημανθεί από το ΣτΕ.

Με αποφάσεις του το δικαστήριο είχε προειδοποιήσει ότι δεν μπορεί να προχωρήσει το Κτηματολόγιο αν δεν συνδεθεί με τους δασικούς χάρτες, αλλά και τη χάραξη του αιγιαλού, με την τελευταία να παραμένει έως σήμερα «στα χαρτιά» αφού μόλις καλύπτει το 20% των 15.000 χιλιομέτρων της ελληνικής ακτογραμμής και αυτό μετά από ιδιωτική πρωτοβουλία, δηλαδή ιδιοκτήτες που ενδιαφέρονται να χτίσουν πιο κοντά στο κύμα.

Η εικόνα άλλαξε με τον νόμο 4389/2016, που προβλέπει ότι χάρτες ανατίθενται από το Κτηματολόγιο, αλλά η «κόκκινη γραμμή» που οριοθετεί τα δάση μπαίνει από τις Διευθύνσεις Δασών των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων.

Τον Φεβρουάριο του 2017 έγινε η πρώτη μαζική ανάρτηση για το 36% της χώρας και στο τέλος του ίδιου χρόνου είχε κυρωθεί για το 31,9%. Την επόμενη χρονιά ακολούθησε το 12%, που βρίσκεται στη διαδικασία υποβολής ενστάσεων, ενώ από τον Σεπτέμβριο και ώς το τέλος του 2018 θα αναρτηθούν χάρτες για το 17%.

«Εχουμε προχωρήσει την τελευταία διετία το 49% της χώρας και θα καλύψουμε σύντομα το υπόλοιπο ώς το 2020», διαβεβαιώνει ο αναπληρωτής υπουργός Σωκράτης Φάμελλος.

Δασικοί χάρτες, εγκεκριμένοι ή στη φάση της μελέτης, υπάρχουν για το σύνολο των περιοχών που δοκιμάστηκαν από τις φονικές πυρκαγιές της 23ης Ιουλίου.

Είναι το υπόβαθρο που θα επιτρέψει μέσα σε λιγότερο από τρεις μήνες στο υπουργείο Περιβάλλοντος να κηρύξει αναδασωτέες τις περιοχές με καμένα δάση και να τις θωρακίσει από όποιους ονειρεύονται «επενδύσεις» στα αφανισμένα οικοσυστήματα.

(ΠΗΓΗ : http://www.efsyn.gr/arthro/i-ponemeni-istoria-ton-dasikon-harton   )

Η δημοκρατία της παραλίας και η ιστορία του Μπικίνι

Το μπικίνι, «μαγιό δύο τεμαχίων» και προκλητικά μικρής έκτασης, έκανε την εμφάνισή του στις 5 Ιουλίου 1946, χάρη στον Λουί Ρεάρ, έναν Γάλλο μηχανικό αυτοκινήτων. Εκείνη την ημέρα, το μίνι ένδυμα για την παραλία παρουσιάστηκε από τη Μισελίν Μπερναντινί, χορεύτρια του Καζίνο, στο Παρίσι, με την ίδια να κρατάει ένα σπιρτόκουτο στα χέρια της, για να δείξει σε πόσο μικρό μέγεθος μπορούσε να χωρέσει το καινούργιο ένδυμα – πόσο ελάχιστο ήταν. Τέσσερις ημέρες νωρίτερα, ο αμερικανικός στρατός είχε ρίξει την τρίτη ατομική βόμβα σε μια από τις Νήσους Μάρσαλ, στην κοραλλιογενή ατόλη Μπικίνι. Φοβούμενος ότι αυτή η παγκόσμια είδηση θα επισκίαζε την προσωπική του δημιουργία, ο Ρεάρ έδωσε στο μικροσκοπικό του μαγιό την ονομασία της ατόλης.

Πώς υποδέχθηκε όμως η Ελλάδα το μπικίνι; Πώς το αντιμετώπισαν η Αριστερά και η Δεξιά, πώς το σχολίασε ο Τύπος και τι θέση βρήκε στον κινηματογράφο και τη λογοτεχνία σε μιαν εποχή που τα οργισμένα νιάτα χόρευαν αλλά και διαδήλωναν, σε ένα κράτος που υπερηφανευόταν πως ήταν ο ιερός εκπρόσωπος της εθνικοφροσύνης ή σε μια κοινωνία που έτρεχε πίσω από τον τουρισμό και τη βελτίωση των δεικτών οικονομικής ανάπτυξης; Το βιβλίο του Ηλία Καφάογλου «Η δημοκρατία στην παραλία. Μικρό δοκίμιο για το μπικίνι» (κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Πόρτες» με επίμετρο της Έφης Φαλίδα) και διαθέτει απαντήσεις για όλα, ανοίγοντας το πεδίο για μια ιστορική και κοινωνιολογική έρευνα η οποία παραμένει εν πολλοίς ζητούμενο, τόσο για τα δικά μας όσο και για τα διεθνή δεδομένα.

«Είναι ένα ύφασμα με έκταση 200 τετραγωνικά εκατοστά, που εμφανίζεται εν Ελλάδι μαζί με το ροκ», λέει στο Αθηναϊκό Πρακτορείο ο Ηλ. Καφάογλου, που πριν από μερικά χρόνια δημοσίευσε μια σημαντική μελέτη για την ιστορία του αυτοκινήτου (« Ελληνική αυτοκίνηση 1900-1940. Άνθρωποι, δρόμοι, οχήματα, αγώνες», εκδόσεις «ύψιλον/βιβλία», 2013). «Είναι η περίοδος κατά την οποία οι άνθρωποι γίνονται υποκείμενα της ιστορίας τους (βρισκόμαστε αμέσως μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου), διεκδικώντας τα δικαιώματά τους στην κουλτούρα, τα ταξίδια και τον ρουχισμό. Στη δεκαετία του 1950 το μπικίνι θα σημαδέψει με εμβληματικό τρόπο την απόφαση των γυναικών να διαθέσουν όπως θέλουν το σώμα τους».

Το μπικίνι θα κάνει τη μόδα να τρέξει με τρελούς ρυθμούς, ξεπερνώντας ακόμα και τη μίνι φούστα, ενώ θα τροφοδοτήσει (και θα νομιμοποιήσει) ποικίλες ανδρικές φαντασιώσεις. Ο Καφάογλου ξεδιπλώνει την ιστορία της υποδοχής του στην Ελλάδα και τον δυτικό κόσμο, διερευνώντας εις βάθος το κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο εντός του οποίου θα καθιερωθεί: τα καταναλωτικά αλλά και σεξουαλικά ή ερωτικά πρότυπα, τα κινήματα νεολαίας ή τις πολιτικές και ιδεολογικές τάσεις των μεταπολεμικών δεκαετιών. Στις σελίδες του βιβλίου ζωντανεύει παράλληλα ο καθημερινός κόσμος του θεάματος, της αγοράς των εμπορικών προϊόντων και του τουρισμού μέσα κυρίως από τα δημοσιεύματα εφημερίδων, περιοδικών και λαϊκών αναγνωσμάτων. Το μικροσκοπικό μαγιό (ξεκινώντας από το 1946 και φτάνοντας μέχρι τη δεκαετία του 1970) έρχεται, έτσι κι αλλιώς, να μεταμορφώσει τα πάντα. «Το μπικίνι είναι μια σημαία ταυτότητας, γι’ αυτό και οι φεμινίστριες θα φροντίσουν αργότερα να απαλλαγούν από το πάνω μέρος του μαγιό», σχολιάζει ο Ηλ. Καφάογλου: «Είναι, όμως, εκ παραλλήλου και το μετέωρο βήμα του ελληνικού μοντερνισμού. Η αστική και η μεγαλοαστική τάξη αποδέχεται και υποστηρίζει το μπικίνι, προσπαθώντας να προλάβει το πνεύμα του εκσυγχρονισμού (καθιέρωση των ακτών παραθερισμού, πληθωρική παρουσία του διεθνούς τζετ σετ στη Μύκονο). Η Αριστερά δεν το καταγγέλλει ακριβώς, αλλά κάνει λόγο για απρέπειες στις παραλίες. Το ελληνορθόδοξο στρατόπεδο πάλι εκφράζει τον αποτροπιασμό του επικαλούμενο τα χρηστά ήθη. Τα χρηστά ήθη τα επικαλείται και η δικτατορία, που πάντως αισθάνεται πως δεν πρέπει να χάσει την έφοδο του τουρισμού, ακόμα κι αν είναι να φέρει μαζί της γυμνές Σουηδέζες. Επί δικτατορίας, εντούτοις, το μπικίνι παραμένει ένα επαναστατικό ένδυμα, όπως και το μπλου τζιν».

Θεμελιώνοντας τη δημοκρατία της παραλίας, το μπικίνι δεν θα πάψει να είναι έκκεντρο και διαφορετικό. Μελετώντας, παρόλα αυτά, την ιστορία του, ιστορία στην οποία διασταυρώνονται πολλοί δρόμοι, μπορούμε να προσεγγίσουμε την πραγματικότητα της ελληνικής κοινωνίας από μιαν οπτική που μπορεί να αναδείξει πλήθος αναπάντεχες διαστάσεις.

ΜΟΤΟGP : O Ρόσσι θα γράψει ιστορία

Πριν από 22 χρόνια ο Βαλεντίνο Ρόσι πέτυχε την πρώτη του νίκη με μία Aprilia 125 κ.εκ.στο Grand Prix του Brno στην Τσεχία. Ο Doctor Ρόσι στην ίδια πίστα θα έχει την ευκαιρία να γίνει ο μόνος αναβάτης στην ιστορία του Παγκοσμίου Πρωταθλήματος, που θα φτάσει τους 6.000 βαθμούς στην καριέρα του.

Πριν από 22 χρόνια ο Βαλεντίνο Ρόσι πέτυχε την πρώτη του νίκη με μία Aprilia 125 κ.εκ.στο Grand Prix του Brno στην Τσεχία. Ο Doctor Ρόσι στην ίδια πίστα θα έχει την ευκαιρία να γίνει ο μόνος αναβάτης στην ιστορία του Παγκοσμίου Πρωταθλήματος, που θα φτάσει τους 6.000 βαθμούς στην καριέρα του.

Ο 39χρονος Ιταλός μπορεί να ξεπεράσει τους 6000 βαθμούς, αφού με τη δεύτερη θέση του στο Sachsenring έφτασε τους 5.994 βαθμούς. Στο Brno, ο Ρόσι έχει παράδοση στη συγκεκριμένη πίστα. Στους 18 αγώνες που έχει συμμετάσχει στο Brno, στη μεγάλη κατηγορία, μετρά 11 podium, 5 νίκες, ενώ δεν έχει τερματίσει εκτός δεκάδας από το 2002 και μετά. Με μια θέση στη δεκάδα την Κυριακή, θα καταφέρει να φτάσει ή να ξεπεράσει τους 6.000 βαθμούς. Κοντά του είναι ο Ντάνι Πεντρόζα που έχει πάρει 4.094 βαθμούς και ο Χόρχε Λορένθο με 3.869 βαθμούς.

Η Yamaha έχει 12 νίκες στην πίστα, έξι από τις οποίες ήρθαν από το 2002 και μετά. Σ’ αυτό το διάστημα ο Βαλεντίνο Ρόσι για τον κατασκευαστή με 3 νίκες.

Οι Ρόσι και Μαξ Μπιάτζι είναι οι δυο αναβάτες με τις περισσότερες νίκες στο Brno (επτά). Ο Vale έχει κερδίσει 1 Αγώνα στα 125κ.εκ, 1 στα 250 κ.εκ, 1 στα 500 κ.εκ και 4 στο MotoGP.

(ΠΗΓΗ : http://www.documentonews.gr/article/o-rossi-tha-grapsei-istoria   )

Β.Ραφαηλίδης: » Μακεδονία είναι οι Μακεδόνες»

«Οι λαοί των Βαλκανίων»:

Είναι δύσκολο να κατανοήσει κανείς την ιστορία των λαών της Βαλκανικής

Είναι δύσκολο να κατανοήσει κανείς την ιστορία των λαών της Βαλκανικής, αν ήδη δεν έχει κατανοήσει την ιστορία των Μακεδόνων, του σπουδαιότερου λαού των Βαλκανίων. Άλλωστε, χωρίς τους Δωριείς Μακεδόνες είναι βέβαιο πως σήμερα δεν θα υπήρχε ίχνος ελληνικού πολιτισμού στη γεωγραφική περιοχή που λέγεται Ελλάδα. Διότι ο ελληνικός πολιτισμός, αφού έκανε το γύρο του τότε γνωστού κόσμου με τους επιγόνους του Μεγάλου Αλεξάνδρου, επέστρεψε στην κοιτίδα του όχι ακριβώς ως ελληνικός, δηλαδή ιωνικός, αλλά ως ελληνιστικός.

Ήδη η γραμματολογική διαφορά ανάμεσα στις καταλήξεις -ικός (ελληνικός) και -ιστικός (ελληνιστικός) δηλώνει από μόνη της τη σημαντική διαφοροποίηση που υπέστη ο ελληνικός πολιτισμός της κλασικής περιόδου, αυτός δηλαδή που διαμορφώθηκε κατά κύριο λόγο απ’ το ένα από τα τέσσερα ελληνικά φύλα, τους Ίωνες της Μικράς Ασίας και τους ομοφύλους τους της Αττικής. Αν, λοιπόν, ο ελληνικός πολιτισμός διά των Μακεδόνων «περιόδευσε» τουλάχιστον στο μισό του τότε γνωστού κόσμου και επηρέασε ένα μεγάλο πλήθος λαών πολύ απομακρυσμένων απ’ τη Μακεδονία, είναι φυσικό να επηρέασε ακόμα περισσότερο λαούς βαρβαρικούς, εγκαταστημένους κοντά στη Μακεδονία.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, ελληνιστικό είναι κάτι που έχει καταγωγική σχέση με την Ελλάδα, το άμεσα εξαρτώμενο απ’ την Ελλάδα, χωρίς την οποία δεν θα ήταν δυνατό να υπάρξει. Που, όμως, δεν είναι ευθέως εξαρτημένο απ’ την Ελλάδα, δεν είναι, θα λέγαμε, πρωτογενώς ελληνικό.

Η σχέση ημών των Νεοελλήνων με το (αρχαίο) ελληνικό ήθος και τον (αρχαίο) ελληνικό πολιτισμό δεν είναι ευθέως ελληνική, είναι ελληνιστική. Όχι μόνο γιατί ο ελληνικός πολιτισμός επέστρεψε στην κοιτίδα του (παραλλαγμένος) διά του χριστιανισμού, που δεν είναι τυπικά ελληνική αλλά ανατολίτικη πολιτιστική παράμετρος, αλλά και διότι ο χρόνος και οι αλλαγές που αυτός συνεπάγεται μας απομάκρυναν κατ’ ανάγκην απ’ την αρχική έννοια Έλλην.

Ο σημερινός νεοελληνικός πολιτισμός, λοιπόν, είναι ελληνιστικός με μια έννοια πολλαπλή: Εξαιτίας μιας θρησκείας που εισήχθη στην Ελλάδα και τροποποίησε τα ήθη και την ηθική της, εξαιτίας μιας γλώσσας που δεν είναι η (αρχική) ελληνική, αλλά μια απλοποιημένη παραλλαγή της, αυτή που δημιούργησαν οι Αλεξανδρινοί γραμματοδιδάσκαλοι με τρόπον τέτοιο, που να γίνεται εύκολα κατανοητή και από βαρβάρους, και κυρίως εξαιτίας της δυναμικής της ιστορίας, που συνεχώς τροποποιεί τις κοινωνικές παραμέτρους και τα πολιτιστικά δεδομένα.

Άλλωστε, κανένας απόγονος δεν είναι κατ’ ανάγκην όμοιος με τον πρόγονο. Ο γιος ενός έξυπνου και πολιτισμένου πατέρα μπορεί κάλλιστα να είναι και βλαξ και απολίτιστος. Γιατί, λοιπόν, να μη συμβαίνει το ίδιο και με τους λαούς, όπου τα πράγματα είναι απ’ τη φύση τους ακόμα πιο χαοτικά και ακατάστατα, ακόμα πιο τυχαία απ’ όσο στη μείξη των χρωμοσωμάτων; Πάλι καλά, να λες, που διατηρούμε κάποια ελληνιστικά ίχνη, πράγμα που το οφείλουμε στους Μακεδόνες. Που σήμερα είναι το ένα πέμπτο του συνόλου των Ελλήνων. Και τούτο χάρη στους πρόσφυγες που αποτελούν το 45% του σημερινού πληθυσμού της Μακεδονίας. Πράγμα που σημαίνει πως χωρίς τους Έλληνες που ήρθαν απ’ τη Μικρά Ασία και τον Πόντο ανάμεσα στο 1910 και 1925 (σύνολο 1.221.849 ψυχές) ιδέα δεν έχω αν η Μακεδονία θα ήταν δυνατό να είναι σήμερα ελληνική. Είπαμε, τις εθνότητες και συνεπώς τα στηριγμένα σ’ αυτές εθνικά αλλά και πολυεθνικά κράτη τα δημιουργούν οι άνθρωποι και όχι τα εδάφη.

Ας δούμε, λοιπόν, τους Μακεδόνες από πιο κοντά. Το αξίζουν και με το παραπάνω. Και οπωσδήποτε παραπάνω απ’ ότι θα το άξιζαν, ας πούμε οι Πελοποννήσιοι, οι μόνιμοι δυνάστες των υπολοίπων Ελλήνων απ’ το 1830 που υπάρχει νεοελληνικό κράτος και μέχρι σήμερα αδιαλείπτως. Άλλωστε, το είπαμε ήδη, η ιστορία των λαών της Βαλκανικής χωρίς τους Μακεδόνες δεν θα είχε το νόημα που έχει σήμερα. Από δω, και συγκεκριμένα από την πόλη του Φιλίππου, τη Φιλιππούπολη, ξεκινάει εκείνη η τρομερή χριστιανική αίρεση των βογόμιλων, που για πέντε αιώνες θα φέρει τα πάνω κάτω στη Βαλκανική κυρίως αλλά και σ’ ολόκληρη τη βυζαντινή επικράτεια. Μιλήσαμε ήδη για τους βογόμιλους και το ρόλο τους στον κάρα πολύ ιδιόρρυθμο εξισλαμισμό, κυρίως των κατοίκων της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης. Αλλά και των Ελλήνων της νότιας Μακεδονίας, των Βαλαάδων (ή Βαλαλάδων), που τους χαρακτηρίζουν ελληνόφωνους Τούρκους, ενώ είναι μάλλον εξισλαμισθέντες Έλληνες, μερικοί μόνο απ’ τις πολλές χιλιάδες εξισλαμισθέντων Ελλήνων, που μόνο η ελληνική μωρία θα ήταν δυνατό να τους χαρίσει στους Τούρκους, για μόνο το λόγο πως εξισλαμίστηκαν.

Τα πρώτα έγκυρα ντοκουμέντα για την ιστορία των Μακεδόνων χρονολογούνται από τον 7ο π.Χ. αιώνα, τότε που ο πρώτος Μακεδόνας βασιλιάς, ο Περδίκκας Α’, ιδρύει το κράτος των Μακεδόνων υποτάσσοντας τους Παίονες, τους Βοττιαίους, τους Ηδώνες, τους Εορδαίους, τους Ιλλυριούς και πάρα πολλούς άλλους μικρότερους προμακεδονικούς, ας τους πούμε έτσι, λαούς, που θα αφομοιωθούν με τους Μακεδόνες για να δώσουν το πρώτο υπολογίσιμο εθνολογικό κράμα σε μια περιοχή που δε σταμάτησε ποτέ να αναμειγνύει τις πάμπολλες λαότητες που έζησαν στο πλούσιο έδαφος της.

Όμως, η κυρίως ιστορική περίοδος των Μακεδόνων αρχίζει τον 4ο π.Χ. αιώνα με τον βασιλιά Αλέξανδρο Α’ τον Φιλέλληνα (498-454 π.Χ.). Πολύ απασχόλησε τους ιστορικούς ο χαρακτηρισμός Φιλέλλην. Αλλά μπέρδεψε μόνο όσους αντιλαμβάνονται την ιστορία σαν μια διαδοχή υιών καταγομένων από τον ίδιο πατέρα, και όχι σαν μια διαδοχή πολιτισμών. Το γεγονός πως οι Μακεδόνες είναι Δωριείς, δε σημαίνει απολύτως τίποτα από πολιτιστικής απόψεως. Σε σχέση με τους πρωτοπόρους Ίωνες, οι Δωριείς Μακεδόνες, όπως και όλοι οι Δωριείς, εκπολιτίζονται πάρα πολύ πιο αργά. Όχι μόνο γιατί τους χωρίζουν χίλια χρόνια από την λεγάμενη «κάθοδο των Αχαιών» και των Ιώνων που κατεβαίνουν σχεδόν μαζί με τους Αιολείς και τους Αχαιούς απ’ το Βορρά, αλλά και διότι βρίσκονται αρκετά μακριά απ’ το λίκνο του ελληνικού πολιτισμού, την Ιωνία (τα παράλια της Μικράς Ασίας) καθώς και απ’ την απέναντι Αττική, που κατοικείται από Ίωνες.

Άλλωστε, πολλοί Αθηναίοι, με προεξάρχοντα τον φανατικό αντιμακεδόνα Δημοσθένη, δεν αναγνωρίζουν τους Μακεδόνες σαν Έλληνες. Όχι γιατί δεν είναι Έλληνες εκ καταγωγής (οι αρχαίοι Έλληνες μισούν θανάσιμα την καταγωγική αιματολογία και θα έσκαγαν στα γέλια αν μας άκουγαν να αιματολογούμε εθνολογικά) αλλά διότι δεν είναι ακόμα τόσο πολιτισμένοι, όσο οι νότιοι Έλληνες.

Ας μη μας διαφεύγει πως για τους αρχαίους Έλληνες, Έλληνες είναι οι της ελληνικής παιδείας μετέχοντες. Για τους Νεοέλληνες όμως, κυρίως Έλληνες είναι, πρώτον αυτοί που δεν υπήρξαν ποτέ κομμουνιστές ή φιλοκομμουνιστές, δεύτερον αυτοί που παν συχνά στην εκκλησία, τρίτον αυτοί που αγαπούν τα στρατιωτικά θούρια, τέταρτον αυτοί που αγαπούν τους εκ στρατιωτικών δικτάτορες, πέμπτον αυτοί που έχουν κουμπάρο βουλευτή, έκτον αυτοί που κλέβουν συχνά το δημόσιο ταμείο, έβδομον αυτοί που φωνάζουν «ζήτω η Ελλάς» τρεις φορές την ημέρα, όγδοον αυτοί που δεν κοιμούνται όταν ακούν τους ρήτορες κατά τις δυο εθνικές επετείους, ένατον αυτοί που έχουν πιστοποιητικό από τον αιματολόγο που βεβαιώνει πως το αίμα τους είναι γνησίως ελληνικό, και δέκατον και τελευταίον αυτοί που πιστεύουν πως το «όνομά μας είναι η ψυχή μας» τη στιγμή που όλοι μας ξέρουμε πως το καλό κρασί δεν το κάνει η ετικέτα, αλλά τ’ αμπέλι.


Η Μακεδονία επί Φιλίππου Β’ του Μακεδόνος

Όπως και νάναι, οι εξ αίματος Έλληνες Μακεδόνες (άντε, να σας κάνουμε το χατίρι, εσάς τους αιμοβόρους, που αν δε δείτε αίματα δεν ηρεμείτε) ολοκληρώνουν τον σταδιακό (πολιτιστικό) εξελληνισμό τους κατά τον 4ο αιώνα π.Χ.. Επί Περδίκκα Β’ (438-413) και επί Αρχελάου (413-399) αρχίζει πλέον να μη γίνεται διάκριση, από πολιτιστικής απόψεως, ανάμεσα στους βόρειους και τους νότιους Έλληνες. Πάντως, ο εξαιρετικά φιλόδοξος Φίλιππος Β’ (359-336), αφού τσαλαπάτησε όλους τους μνηστήρες του θρόνου, κατέβηκε κατά κάτω και υπέταξε στην εξουσία του όλους τους νότιους Έλληνες. Για να τους ενώσει, λεν οι εθνοκάπηλοι. Τρίχες. Απλώς τους κατάχτησε, έτσι απλά και καθαρά, αδιαφορώντας πλήρως για το αν είναι αδέρφια ή ξαδέρφια ή ό,τι άλλο εν πάση περιπτώσει. Καινούργια εδάφη για την επικράτειά του ήθελε ο άνθρωπος, και τα πήρε. Και στρατιώτες για την εκστρατεία του κατά των Περσών που ετοίμαζε. Και τους πήρε (ο γιος του Αλέξανδρος).

Κι έτσι αρχίζουν από τότε τα διλήμματα: Να πάρεις το μέρος των βορείων ή των νοτίων; Σκέτος αμερικανικός εμφύλιος πόλεμος μοιάζει το πράγμα. Πάντως εγώ, αν και βόρειος (Μακεδών) παίρνω σταθερά το μέρος των νοτίων Ιώνων, γιατί αυτοί είναι οι δημιουργοί του ελληνικού πολιτισμού της κλασικής περιόδου. Πάντως, ο γιος του Φίλιππου Β’, Αλέξανδρος, ο επονομασθείς ορθότατα Μέγας (356-323), δίνει μια γερή σπρωξιά στον ελληνικό πολιτισμό (των Ιώνων, το ξαναλέω) και τον μετατρέπει σε ελληνιστικό.

Όμως, το 148 π.Χ., μόνο 175 χρόνια μετά το θάνατο του Αλέξανδρου, όλα καταρρέουν και η Μακεδονία γίνεται ρωμαϊκή επαρχία. Το 395 μ.Χ., με το χωρισμό της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας σε Δυτική (Ρώμη) και Ανατολική (Βυζάντιο), μετά από 543 χρόνια ρωμαϊκής κυριαρχίας που αφήνει ανεξίτηλα ίχνη, η Μακεδονία περιέρχεται στη δικαιοδοσία του ανατολικού αυτοκράτορα Αρκάδιου, και σύντομα γίνεται το σημαντικότερο τμήμα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Η Θεσσαλονίκη θα γνωρίσει λαμπρές ημέρες δόξης ως συμπρωτεύουσα δίπλα στην πρωτεύουσα. Την Κωνσταντινούπολη, να εξηγούμαστε. Γιατί η Θεσσαλονίκη ως συμπρωτεύουσα δίπλα στην πρωτεύουσα Αθήνα είναι μια συμπρωτεύουσα της πλάκας, όπως ακριβώς και η πρωτεύουσα (πόλη) της Ελλάδας, που σίγουρα είναι δευτερεύουσα κοντά στην πάντα όμορφη και πάντα «θηλυκιά» Θεσσαλονίκη.

Η Μακεδονία ανήκει στο θέμα (βυζαντινή διοικητική περιφέρεια) του Ιλλυρικού μαζί με την Ιλλυρία και την Δακία (αντιστοιχεί προς τη σημερινή Ρουμανία αλλά περιλαμβάνει και τμήμα της νότιας Ρωσίας). Οι Βυζαντινοί όπως και οι Ρωμαίοι, απ’ την Ιλλυρία (παράλια της σημερινής Αλβανίας και Γιουγκοσλαβίας) πηδούν κατ’ ευθείαν στη Δακία και δεν κάνουν λόγο για τη μεσολαβούσα Μοισία (σημερινή Βουλγαρία αλλά και μέρος της Σερβίας προς τα Σκόπια) που ορθότατα την αντιμετωπίζουν ως Μακεδονία τώρα πλέον.

Ήδη πριν απ’ την εμφάνιση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, στην περιοχή του κατοπινού θέματος του Ιλλυρικού έχουν εγκατασταθεί από πολύ παλιά και Γότθοι (αρχαίοι Γερμανοί, ας τους πούμε έτσι), αλλά και θύννοι (Μογγόλοι) τον 5ο και τον 6ο αιώνα, και Άβαροι (πάλι Μογγόλοι) τον 6ο και τον 7ο αιώνα. Όλοι αυτοί θ’ αφήσουν τα χνάρια τους στην περιοχή. Όλοι αυτοί θα ανακατωθούν με τους Σλάβους, που τον 6ο αιώνα ολοκληρώνουν την μακραίωνη διείσδυσή τους στην περιοχή όπου γυροφέρνουν ως νομάδες από πολύ νωρίτερα, για να συναποτελέσουν τελικά όλοι μαζί τους νοτιότερους απ’ τους Νότιους Σλάβους. Που κατά ένα σημαντικό ποσοστό, εκτός από Σλάβοι είναι Γερμανοί και Μογγόλοι. Και Έλληνες. Και Βλάχοι. Και Αλβανοί. Στα Βαλκάνια είναι αδύνατο να ξεχωρίσουν οι εθνότητες και οι πολιτισμοί. Το μόνο ενοποιητικό εθνολογικό δεδομένο των βαλκανικών λαών είναι η ορθοδοξία.

Τον 7ο αιώνα εμφανίζονται στην περιοχή και οι Βούλγαροι και τα πράγματα μπλέκουν ακόμα περισσότερο. Επί ενάμιση αιώνα οι δυναμικοί Βούλγαροι θα κάνουν τα πάντα άνω κάτω στη περιοχή του Ιλλυρικού και μέχρι την Κωνσταντινούπολη. Μέχρι που να γνωρίσουν την πρώτη τους σοβαρή ήττα από τον Λέοντα Ε’ τον Αρμένιο (είναι πράγματι Αρμένιος) το 814.

Το 891 αρχίζουν οι επιδρομές των Αράβων στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Το 911 οι πανίσχυροι αυτή την εποχή Άραβες μπαίνουν στη Θεσσαλονίκη και τη ρημάζουν. Ακολουθούν οι εισβολές των Πετσενέγων (Μογγόλοι κι αυτοί) των Κουμάνων (Μογγόλοι κι αυτοί), των Φράγκων και των Νορμανδών (Βίκινγκς). Στο μεταξύ, τον 8ο αιώνα έχουν ήδη προωθηθεί και έχουν ήδη εγκατασταθεί στη Μακεδονία οι Βλάχοι, δηλαδή η εθνολογική πανσπερμία των εκλατινισθέντων επαγγελματιών στρατιωτών της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, οι εγκαταστημένοι κάποτε ως φρουροί στα σύνορα της αυτοκρατορίας. Τώρα που δεν έχουν να φυλάξουν τίποτα, αρχίζουν να περιφέρονται δώθε κείθε για να φτιάξουν τελικά κράτος στη Ρουμανία μαζί με τους αρχαίους Λάκες, ενώ άλλες ομάδες Βλάχων προωθούνται απ’ τη Μακεδονία στην Ήπειρο και τη Θεσσαλία.

Από το βιβλίο του Βασίλη Ραφαηλίδη «Οι λαοί των Βαλκανίων»

(ΠΗΓΗ : https://www.anoixtoparathyro.gr/%ce%b2-%cf%81%ce%b1%cf%86%ce%b1%ce%b7%ce%bb%ce%af%ce%b4%ce%b7%cf%82-%ce%bc%ce%b1%ce%ba%ce%b5%ce%b4%ce%bf%ce%bd%ce%af%ce%b1-%ce%b5%ce%af%ce%bd%ce%b1%ce%b9-%ce%bf%ce%b9-%ce%bc%ce%b1%ce%ba%ce%b5/   )

Μούτζα. Η ιστορία της χειρονομίας από τα αρχαία χρόνια μέχρι σήμερα. Γιατί αποβάλλει άγχος ή νεύρα και βελτιώνει τη διάθεση

Πετάγεται μηχανάκι από στοπ.
Ακούγεται δυνατό φρενάρισμα από αυτοκίνητο, που παραλίγο να το χτυπήσει.
Ο οδηγός βγάζει το χέρι έξω από το παράθυρο, ανοίγει καλά τη παλάμη και φωνάζει «Πάρ’ τα να μην στα χρωστάω».
Πρόκειται για καθημερινό περιστατικό και διάλογο στους δρόμους, όπου η μούτζα (συν. φάσκελο), χαρίζεται αφειδώς και χωρίς χρωστούμενα.
Μία από τις πλέον αγαπημένες χειρονομίες των Ελλήνων, που χρησιμοποιείται παντού για εκατομμύρια διαφορετικούς λόγους.

Οι ρίζες της μούτζας
Σύμφωνα με ερευνητές, η χειρονομία αυτή προέρχεται από την αρχαιότητα.
Ήταν χαιρετισμός προς τον Ήλιο.
Οι αρχαίοι σήκωναν τα χέρια τους με ανοιχτές τις παλάμες προς την πλευρά του ήλιου και έτσι επικαλούνταν το θεό τους.
Πολλοί υποστηρίζουν ότι μούτζωναν και στα Ελευσίνια μυστήρια.
Συνόδευαν τη χειρονομία με κατάρες προς τον «κακό».
Ίσως, γι’ αυτό πολλοί σκύβουν, όταν τους μουτζώνουν.
Προσπαθούν να ξεφύγουν από τις κατάρες και την αρνητικότητα.
Μια άλλη εκδοχή αναφέρει ότι στην αρχαιότητα, οι πολεμιστές που νικούσαν στη μάχη, άλειφαν το πρόσωπο των αιχμαλώτων τους που είχαν ηττηθεί, με περιττώματα.
Η επικρατέστερη εκδοχή είναι ότι η μούτζα, προέρχεται από το Βυζάντιο.
Εφαρμοζόταν για ασήμαντα παραπτώματα, όπως οι μικροκλοπές και η μοιχεία.
Έδεναν τον κατηγορούμενο σε ένα γαϊδούρι ανάποδα και το περιέφεραν στους δρόμους.
Ο δικαστής έβαζε το χέρι του μέσα σε στάχτη και «μουτζούρωνε» το πρόσωπό του θύτη.
Με αυτό το τρόπο τον διαπόμπευαν και τον στιγμάτιζαν.
Η έννοια της μουντζούρας διατηρήθηκε και αργότερα.
Λέγεται ότι στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, άφηναν το αποτύπωμα της παλάμης που είχε αλειφτεί με πίσσα, στην είσοδο των οίκων ανοχής, για να δείξουν ότι αυτά τα σπίτια ήταν ανήθικα.

Μούτζα η «θεραπευτική»
Το «φασκέλωμα» είναι μια αυθόρμητη χειρονομία.
Πρόκειται για μια κίνηση της γλώσσας του σώματος.
Είναι μια άμεση και λιγότερο ελεγχόμενη έκφραση των συναισθημάτων.
Πολλές φορές συνοδεύεται και με υβριστικές εκφράσεις.
Παρόλο που όλα αυτά θεωρούνται προσβλητικά, η επιστήμη λέει πως κάνουν καλό στην υγεία.
Σύμφωνα με έρευνα που έγινε στο Λονδίνο, οι βρισιές μειώνουν τον πόνο.
Ο επικεφαλής Richard Stephens έβαλε 67 φοιτητές να κρατήσουν τα χέρια τους κάτω από παγωμένο νερό.
Στην πρώτη δοκιμασία, τους επέτρεψαν να βρίζουν για όσο έκαναν το πείραμα και στη δεύτερη φάση τους το απαγόρευσαν.
Αυτό που παρατηρήθηκε ήταν ότι, οι φοιτητές άντεξαν το παγωμένο νερό 40 δευτερόλεπτα παραπάνω όταν έβριζαν.
Οι συμμετέχοντες δήλωσαν επίσης, ότι δεν ένιωθαν πόνο.
Ο Stephens διαπίστωσε ότι, το βρίσιμο βοηθάει στην αντιμετώπιση δύσκολων καταστάσεων. Εκτονώνεται ο θυμός και το άγχος.
Δημιουργεί το αίσθημα της ανακούφισης και βελτιώνει τη ψυχική κατάσταση, γιατί εξωτερικεύονται τα αρνητικά συναισθήματα.
Κάπως έτσι λειτουργεί και η μούτζα για τους Έλληνες.
Σύμφωνα με ψυχολόγους, οι χειρονομίες δείχνουν αυτά που δεν μπορούν ή δεν πρέπει να ειπωθούν.
Εκφράζεται άμεσα το μήνυμα της αποδοκιμασίας και του θυμού, χωρίς πολλά λόγια. Αποβάλλονται από τον οργανισμό τα νεύρα και ο αρνητισμός και μεταφέρονται σε αυτόν που δέχεται τα…χρωστούμενα.
Έτσι, λένε «καλύτερα να μουτζώσεις παρά να κάνεις τίποτα χειρότερο».

Δείτε το βίντεο με τις πιο γνωστές μούτζες στον ελληνικό κινηματογράφο:

(ΠΗΓΗ : http://www.valueforlife.gr/psychologia/moutza-istoria-tis-chironomias-apo-ta-archea-chronia-mechri-simera-giati-apovalli-agchos-nevra-ke-veltioni-ti-diathesi/)

Επειδή πάντα έχει σημασία πως γίνονταν οι μεγάλες επιτυχίες (Που’σαι Θανάση – Ζαμπέτας,Βασιλειάδης)

Το τραγούδι αυτό αναφέρεται σε πραγματικά γεγονότα.Στενός συνεργάτης του Ζαμπέτα είπε ότι ο Θανάσης ήταν υπαρκτό πρόσωπο.Υπήρχε λοιπόν κάποιος μεγάλος θαυμαστής του Ζαμπέτα που τον ακολουθούσε όπου και αν πήγαινε, και κάποια στιγμή του συστήθηκε ( με λένε Θανάση και είμαι μεγάλος θαυμαστής σας ).Αυτό το γνώριζε ο φίλος του Χ.Βασιλειάδης, όταν λοιπόν γύρισε από την Αμερική ο Ζαμπέτας και δεν ξαναείδε τον Θανάση χωρίς ποτέ να μάθει τι απέγεινε τότε πήρε το τραγούδι στα χέρια του και το έκανε επιτυχία.!!

Σαν σήμερα στις 10 Μαρτίου του 1992 πέθανε ο Γιώργος Ζαμπέτας.  Μια ωραία ιστορία που αφορά ένα από τα πιο γνωστά του τραγούδια είναι αυτή:

Ο στιχουργός Χαράλαμπος Βασιλειάδης ήταν γνωστός και με το ψευδώνυμο «Τσάντας» λόγω μιας τσάντας γεμάτης με στίχους που κουβαλούσε συνέχεια μαζί του. Στενός φίλος και συνεργάτης του Ζαμπέτα, του είχε γράψει πολλά τραγούδια, μεταξύ των οποίων και αρκετές πολύ γνωστές επιτυχίες (Ο Αράπης, Ο πιο καλός ο μαθητής κ.α.).

Το 1971 ήταν άρρωστος ενώ ο Ζαμπέτας ήταν στην Αμερική. Ένα βράδυ η κατάσταση της υγείας του επιδεινώθηκε. Πήρε χαρτί και έγραψε τους στίχους του τραγουδιού «Που ‘σαι Θανάση». Το έδωσε στη γυναίκα του και της ζήτησε να το δώσει με τη σειρά της στον Ζαμπέτα όταν εκείνος επέστρεφε από την Αμερική. Την επόμενη μέρα ο Βασιλειάδης πέθανε. Ο Ζαμπέτας γύρισε μετά από μερικούς μήνες, πήρε τους στίχους και έφτιαξε ένα από τα καλύτερα τραγούδια του. Το τραγούδι κυκλοφόρησε το 1972.

Που ΄σαι Θανάση

Θα πάρω σβάρνα μια βραδιά
όλες τις συνοικίες
δε θέλω πολυτέλειες και πολυκατοικίες
Είχα έναν παλιόφιλο, τα ίχνη του έχω χάσει
σ’ ένα στέκι απόμερο, το στέκι του Θανάση

Πού ‘σαι Θανάση, πού ‘σαι Θανάση
ήθελα να σ’ αντάμωνα
Που ‘σαι Θανάση, πού ‘σαι Θανάση
Ήθελα να σ’ αντάμωνα, η γρουσουζιά να σπάσει

Εκεί θα βρω της νιότης μου
τα φίνα τα ωραία
Τον Μάνθο τον Θεμιστοκλή
και τη παλιά παρέα
Δίπλα θα καθίσουμε σαν πρώτα στο τραπέζι
και μαζί θ’ ακούσουμε γλυκιά πενιά να παίζει

 

 

Θάνος Μικρούτσικος: Πώς η ανάγκη γίνεται Ιστορία

Το χαρακτηριστικό μου, για το οποίο χαίρομαι πάρα πολύ είναι ότι τα έργα μου αντανακλούν τη δραματική συγκυρία της εποχής, τονίζει ο Θάνος Μικρούτσικος σε συνέντευξή του στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων με αφορμή τις τρεις συναυλίες που θα δώσει στο πλαίσιο του εορτασμού των 100 χρόνων από την ίδρυση του ΚΚΕ, στην Αθήνα στις 11 Μαρτίου, στην Πάτρα στις 23 Μαρτίου και στη Θεσσαλονίκη την 1η Απριλίου.

Με λογισμό και μ’ όνειρο, στη συνέντευξή του ο κ. Μικρούτσικος μιλά για όλα εκείνα που διαμόρφωσαν τη μουσική του δημιουργία, εντός της γενικής πορείας της ελληνικής μουσικής, της οποίας σκιαγραφεί τα τελευταία 80 χρόνια με αναφορές σε εποχές, δημιουργούς-σταθμούς και έργα που διεύρυναν τα όριά της.

Ο Θάνος Μικρούτσικος ιχνηλατεί και εντοπίζει σε πλευρές της κοινωνικής εμπειρίας τις κινητήριες δυνάμεις αλλά και τις αιτίες για σειρά ζητημάτων που αφορούν από τη γέννηση μιας μουσικής φόρμας έως την κατάρρευση της δισκογραφίας.

Και πάντα εξακολουθεί να δημιουργεί, γράφοντας, διευθύνοντας και μιλώντας γι’ αυτά που «τον καίνε», αφομοιώνοντας δημιουργικά με σεβασμό αυτό που του παραδόθηκε, έτσι ώστε στο έδαφος του σύγχρονου έργου να έχουν αποτεθεί οι σπόροι του μέλλοντος.

Ακολουθεί η συνέντευξη του Θάνου Μικρούτσικου στο ΑΠΕ-ΜΠΕ και τον Γιώργο Μηλιώνη:

Έχετε πει ότι όλη σας η ζωή είναι η μουσική. Ποιά ήταν εκείνα τα στοιχεία που διαμόρφωσαν τη μουσική σας, δηλαδή ποιά ήταν αυτά που αφομοιώσατε και υπερβήκατε;

Είναι αλήθεια γιατί με τη μουσική ήλθα σε επαφή από τεσσάρων χρόνων, λόγω οικογενειακού περιβάλλοντος, λόγω του ότι η θεία, Ηλέκτρα Παπαμικροπούλου ήταν καθηγήτρια πιάνου και η αδελφή της, Αντιγόνη Παπαμικροπούλου, ήταν η πρώτη εγγεγραμμένη Ελληνίδα συνθέτης και από εκεί και πέρα ξεκίνησα πιάνο, τεσσάρων-πέντε χρόνων και ήμουν προ του πτυχίου στα έντεκα-δώδεκα. Συνεπώς αληθεύει ότι όλη μου η ζωή ήταν η μουσική.

Τι ήταν αυτό που τη διαμόρφωσε; Νομίζω ότι ήταν τέσσερεις παράγοντες: Ο πρώτος είναι ότι μπήκα με τα μπούνια στην κλασσική μουσική, δηλαδή

Continue reading “Θάνος Μικρούτσικος: Πώς η ανάγκη γίνεται Ιστορία”

Δήμος Μεγαρέων: 26 Φεβρουαρίου, ομιλία του πανεπιστημιακού Χριστ. Γιαλλουρίδη

Ο Δήμος Μεγαρέων διοργανώνει εκδήλωση με ομιλία εκ μέρους του πανεπιστημιακού καθηγητή Χριστόδουλου Γιαλλουρίδη με θέμα
«Ελληνοτουρκικές Σχέσεις – Πτυχές της Ιστορίας και της σύγχρονης πολιτικής»

Την Δευτέρα 26 Φεβρουαρίου 2018, ώρα 19:00
Η εκδήλωση αυτή διοργανώνεται στο πλαίσιο του προγράμματος των επιμορφωτικών εκδηλώσεων του Δήμου Μεγαρέων για το έτος 2018.

 

Ο κ. Χριστόδουλος Γιαλλουρίδης, είναι καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής, Κοσμήτορας Σχολής Διεθνών Σπουδών, Επικοινωνίας και Πολιτισμού στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και Διευθυντής του Κέντρου Ανατολικών Σπουδών.

Γεννήθηκε στη Μόρφου της Κύπρου το 1949.
Σπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών με μεταπτυχιακές σπουδές στην Κοινωνιολογία, στην Πολιτική Επιστήμη, στις Διεθνείς Σχέσεις και στο Διεθνές Δίκαιο στα Πανεπιστήμια Tubingen, Freiburg και Bochum, Ομοσπονδιακή Γερμανία.

Ανακηρύχθηκε Διδάκτορας του Πανεπιστημίου Bochum (Magna Cum Laude), διατελώντας 2020υπότροφος του Ιδρύματος Friedrich Naumann και της Γερμανικής Ακαδημίας Υποτροφιών.
Υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Ελληνικής Εταιρείας Διεθνούς Δικαίου και Διεθνών Σχέσεων, του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων και του Κυπριακού Κέντρου Μελετών.

Διδάσκει στις Ανώτατες Σχολές όλων των Κλάδων των Ενόπλων Δυνάμεων.

Διετέλεσε Πρόεδρος του Επιστημονικού Συμβουλίου του Ινστιτούτου Αμυντικών Αναλύσεων του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, Διευθυντής του Ευρωπαϊκού Πολιτιστικού Κέντρου Δελφών και Πρόεδρος του Ελληνικού Ιδρύματος Πολιτισμού.

Σειρά άρθρων και μελετών του δημοσιευθήκαν τόσο στην Ελλάδα, όσο και στο εξωτερικό, ενώ είναι συγγραφέας βιβλίων και μονογραφιών στην ελληνική, αγγλική, καθώς και γερμανική γλώσσα και επιμελητής συλλογικών έργων.
Διδάσκει διεθνή πολιτική, διαχείριση κρίσεων, εξωτερική πολιτική και ΜΜΕ και πολιτιστική διπλωματία.

(ΠΗΓΗ : https://www.megara.org/dimos-megareon-26-fevrouariou-omilia-tou-panepistimiakou-christ-giallouridi-2/)

Όλη η αλήθεια για το Μακεδονικό: Πόσο γνωρίζουμε την Ιστορία;

Η ιδέα της αρχαίας καταγωγής των σλαβόφωνων της Μακεδονίας προωθήθηκε από την ελληνική προπαγάνδα στα τέλη του 19ου αιώνα προκειμένου να απομακρύνει τους πληθυσμούς αυτούς από το βουλγαρικό κίνημα.

Γράφει η Αθηνά Σκουλαρίκη*

Σχεδόν 30 χρόνια μετά την κρίση της δεκαετίας του 1990, πόσα έχουμε καταλάβει για το Μακεδονικό; Ενώ η Ελλάδα επικαλείται την «ιστορική αλήθεια», το έλλειμμα πληροφόρησης χαρακτήρισε εξ’ αρχής την ελληνική στάση στο ζήτημα αυτό -κυρίως ως προς τις εξελίξεις στη νεότερη εποχή, την εποχή των εθνικών κινημάτων και των πολιτικών και πολεμικών συγκρούσεων του 20ού αιώνα.

Αφενός, το έλλειμμα αυτό οφειλόταν στην πολιτική της αποσιώπησης, του «ανύπαρκτου ζητήματος», που ακολουθούσε το ελληνικό κράτος σε όλη τη μετεμφυλιακή περίοδο. Αφετέρου είχε σχέση με την απουσία επαφών με την άλλη πλευρά, την έλλειψη ειδικών στον πανεπιστημιακό χώρο, την άγνοια των περισσότερων δημοσιογράφων για το ζήτημα, αλλά και τις στρεβλές εντυπώσεις που καλλιέργησαν οι πρωτοστατούντες στην κινητοποίηση για την «ελληνικότητα της Μακεδονίας».1

Παρότι η βιβλιογραφία έχει εμπλουτιστεί έκτοτε με εξαιρετικές μελέτες, στον δημόσιο χώρο εξακολουθούν να διακινούνται τα ίδια στερεότυπα και οι ίδιες ανακρίβειες, συχνά χωρίς αντίλογο. Θα επιχειρήσω εδώ να θίξω συνοπτικά κάποια προβληματικά σημεία που συναντώνται στις περισσότερες αναλύσεις για το Μακεδονικό, θρέφοντας προκαταλήψεις και εμμονές.

«Βάρνταρσκα» και άλλα επίθετα

Πριν από λίγες μέρες ο αρχηγός των ΑΝ.ΕΛΛ. και υπουργός Άμυνας Π. Καμμένος επανέφερε την πρόταση να ονομαστεί η χώρα Βάρνταρσκα. Η ανακύκλωση αυτής της ιδέας είναι ενδεικτική της ημιμάθειας (ή της εσκεμμένης παραπληροφόρησης) που επικρατεί στην Ελλάδα ως προς το Μακεδονικό. Γεγονός είναι πως μεταξύ 1929-1941 η περιοχή είχε ονομαστεί Βάρνταρσκα Μπανόβινα (δηλαδή Επαρχία του Βαρδάρη).

Την εποχή εκείνη, ως μέτρο κατά των τοπικών εθνικισμών, όλες οι επαρχίες του Βασιλείου της Γιουγκοσλαβίας ονομάστηκαν από τα ποτάμια τους. Χρησιμοποιείται επίσης η ονομασία Βάρνταρσκα Μακεντόνιγια (Μακεδονία του Βαρδάρη), σε αντιδιαστολή με την (ελληνική) Μακεδονία του Αιγαίου και τη (βουλγαρική) Μακεδονία του Πιρίν. Σε κάθε περίπτωση, το Βάρνταρσκα είναι επιθετικός προσδιορισμός, όχι κύριο όνομα -δεν μπορεί δηλαδή να χρησιμοποιηθεί σκέτο.

Αν αυτό το παράδειγμα είναι σχεδόν γραφικό, άλλες διαδεδομένες αντιλήψεις σχετίζονται με τις βασικές μας παραδοχές για το πρόβλημα του ονόματος και της Ιστορίας.

Ένα «τεχνητό» έθνος, κατασκεύασμα του Τίτο;

Αποτελεί κοινό τόπο στην Ελλάδα πως οι λεγόμενοι «Σκοπιανοί» είναι ένα «τεχνητό» έθνος, δημιούργημα του Τίτο. Πράγματι, η εθνική και κρατική συγκρότηση των (Σλαβο)Μακεδόνων συντελέστηκε το 1944. Ωστόσο δεν προέκυψε εκ του μηδενός.

Είναι τεκμηριωμένο πως η ιδέα της αρχαίας καταγωγής των σλαβόφωνων της Μακεδονίας προωθήθηκε από την ελληνική προπαγάνδα στα τέλη του 19ου αιώνα, προκειμένου να απομακρύνει τους πληθυσμούς αυτούς από το βουλγαρικό κίνημα. Η Μακεδονία, ως κοιτίδα ενός ένδοξου αρχαίου πολιτισμού και πατρίδα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, πρόσφερε ένα πολύ ελκυστικό αφήγημα, το οποίο τελικά υιοθετήθηκε από δύο αντιτιθέμενους εθνικισμούς.

Ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα πολλοί χρησιμοποιούσαν τον όρο Μακεδόνες με γεωγραφική ή εθνοτική έννοια. Στις αρχές του 20ού αι. οι Έλληνες εθνικιστές (όπως ο Ίων Δραγούμης) μιλούσαν κι αυτοί για Μακεδόνες ή Μακεδονοσλάβους αναφερόμενος στους σλαβόφωνους της Μακεδονίας.

Μετά τη δημιουργία της Εσωτερικής Μακεδονικής Επαναστατικής Οργάνωσης (ΕΜΕΟ), η σοσιαλιστική -αναρχική φράξια διαφοροποιήθηκε από τη δεξιά (που ελεγχόταν από τη Σόφια), υποστηρίζοντας αυτονομιστικές τάσεις. Στη συνέχεια η εμπειρία του αυταρχικού εκσερβισμού στον Μεσοπόλεμο και της βίαιης βουλγαρικής κατοχής το 1941-44 οδήγησαν τον πληθυσμό της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας στη διαμόρφωση μιας διακριτής ταυτότητας.

Η αποκρυστάλλωση της εθνικής συνείδησης υποστηρίχτηκε από τους θεσμούς της ομόσπονδης Δημοκρατίας, ενώ η ανεξαρτητοποίηση του κράτους το 1991 βιώθηκε ως ιστορική δικαίωση. Μετά από τόσες γενιές η μακεδονική εθνική ταυτότητα έχει εμπεδωθεί ακόμη και από αυτούς που οι πρόγονοί τους μπορεί να αυτοπροσδιορίζονταν ως Βούλγαροι, Σέρβοι, Βλάχοι ή Έλληνες. Αντίθετα με την ουσιοκρατική αντίληψη περί προαιώνιων εθνών, όλα τα έθνη – κράτη δημιουργήθηκαν μέσα από ιστορικούς μετασχηματισμούς της νεωτερικότητας.

Μία ή πολλές Μακεδονίες;

Μια από τις πηγές παρεξήγησης μεταξύ των δύο χωρών είναι η διαφορά στο πώς ορίζουμε γεωγραφικά τη Μακεδονία. Για την Ελλάδα η περιοχή ορίζεται με αναφορά στην αρχαία Μακεδονία, θεωρώντας πως αυτή συμπίπτει με τη σύγχρονη ελληνική Μακεδονία. Ούτε αυτό είναι ακριβές όμως, γιατί τα όρια της περιοχής διευρύνονταν ή συρρικνώνονταν προς βορράν και προς ανατολάς, τόσο στην αρχαία, όσο και στη βυζαντινή εποχή, ανάλογα με τις κατακτήσεις.

Για την άλλη πλευρά, όπως και για τη διεθνή διπλωματία, η Μακεδονία νοείται όπως ορίστηκε το 1878 στο Συνέδριο του Βερολίνου ως ευρεία γεωγραφική περιφέρεια. Με βάση αυτόν τον χάρτη χωρίστηκαν τα εδάφη της μείζονος Μακεδονίας μεταξύ Ελλάδας (51%), Σερβίας (39%), Βουλγαρίας (9%) και Αλβανίας (1%) με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου το 1913.

Τη διαίρεση αυτή αποδεχόταν και η ελληνική διπλωματία, εξ ου και το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών αναφερόταν έως το 1991 σε «Σερβική / Γιουγκοσλαβική Μακεδονία» και σε «Βουλγαρική Μακεδονία». Το σύνθημα του 1992 «Η Μακεδονία είναι μία και είναι ελληνική» αντέφασκε με την ίδια τη Συνθήκη με την οποία η νότια Μακεδονία είχε γίνει ελληνική.

Για τους παραπάνω λόγους, έως τις αρχές της δεκαετίας του 1990, το όνομα δεν αποτελούσε σε καμιά περίπτωση επίδικο ζήτημα. Μετά τη ρήξη Τίτο – Στάλιν το 1948 και καθ’ όλη τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου οι σχέσεις της Ελλάδας με τη Γιουγκοσλαβία ήταν από καλές έως άριστες. Το μόνο αγκάθι ήταν οι διεκδικήσεις αναγνώρισης μειονότητας στη βόρεια Ελλάδα εκ μέρους της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας.2

Μειονότητα και «αλυτρωτισμός»

Σήμερα οι μειονοτικές διεκδικήσεις αποτελούν τη βάση αυτού που αόριστα καταγγέλλεται από την Ελλάδα ως «αλυτρωτισμός». Ωστόσο πρόκειται για σύγχυση των όρων: οι κυβερνήσεις της γειτονικής χώρας δεν διατυπώνουν εδαφικές διεκδικήσεις με πρόσχημα τους σλαβόφωνους της Ελλάδας. Διακινούνται βεβαίως χάρτες της ενιαίας, «ιστορικής» ή «εθνοτικής» Μακεδονίας, όπως τη χαρακτηρίζουν.

Η απεικόνιση της Μεγάλης Μακεδονίας παραπέμπει στον ιδρυτικό μύθο του μακεδονικού εθνικισμού, σύμφωνα με τον οποίο η Μακεδονία και ο μακεδονικός λαός (ο οποίος γίνεται αντιληπτός ως ενιαίο και ήδη διαμορφωμένο έθνος) διαιρέθηκε μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους. Η αντίληψη αυτή θρέφει ένα αίσθημα «χαμένων πατρίδων» και ιστορικής αδικίας, αλλά δεν μεταφράζεται σε επεκτατισμό -εδώ στην Ελλάδα η διάκριση αυτή μας είναι οικεία.

Κατά τα άλλα, οι μειονοτικές διεκδικήσεις (είτε γίνουν δεκτές είτε όχι) δεν έχουν σχέση με το όνομα και δεν αποτελούν εθνική απειλή σε ένα σύγχρονο δημοκρατικό κράτος.

Εθνικισμός και πολιτική σύγκρουση

Τα προηγούμενα δέκα χρόνια η τότε κυβέρνηση του δεξιού VMRO-DPMNE του Ν. Γκρούεφσκι επέβαλε την ηγεμονία της με όχημα την πολιτική του «εξαρχαϊσμού» που επιχειρούσε να αντισταθμίσει τα ελληνικά επιχειρήματα περί αρχαιότητας. Το δεύτερο Βουκουρέστι, του 2008, με το «βέτο» της Ελλάδας για την ένταξη της χώρας στο ΝΑΤΟ, υπήρξε ένα εθνικό τραύμα.

Η σημερινή κυβέρνηση SDSM υπό τον Ζόραν Ζάεφ δεν είναι ευκαιριακά μόνο μετριοπαθής, όπως λέγεται εδώ. Επικράτησε μέσα από τη σύγκρουση με τις αντι-δημοκρατικές πρακτικές, τον εθνικισμό και την αρχαιόπληκτη ρητορεία της προηγούμενης κυβέρνησης. Μπορεί και θέλει να λύσει τη διαφορά με την Ελλάδα. Αρκεί οι αδιάλλακτοι εκατέρωθεν να μην τορπιλίσουν πάλι την όποια λύση.

* Η Αθηνά Σκουλαρίκη είναι λέκτορας στο Τμήμα Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης

1 Βλ. Α. Σκουλαρίκη, «Ο δημόσιος λόγος για το έθνος με αφορμή το Μακεδονικό (1991-1995): πλαίσιο, αναπαραστάσεις και ΜΜΕ», στο Μ. Κοντοχρήστου (επιμ.), Ταυτότητα και Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας στη σύγχρονη Ελλάδα, Αθήνα, Παπαζήσης, 2007, σελ. 61-103.

2 Η ελληνική πλευρά απέρριπτε κάθε συζήτηση υποστηρίζοντας ότι το «ξένο στοιχείο» (οι σλαβόφωνοι μη «ελληνικού φρονήματος») είχε φύγει από τη χώρα μετά τον Εμφύλιο και το ζήτημα είχε λήξει. Ανεπισήμως, όμως, οι υπηρεσίες ασφαλείας παρακολουθούσαν στενά κάθε κίνηση και κάθε λέξη των χιλιάδων σλαβόφωνων Μακεδόνων της Ελλάδας. Βλ. Λ. Εμπειρίκος, Α. Σκουλαρίκη, «Ο ‘αλυτρωτισμός των Σκοπίων’ ή η αποσιωπημένη μειονοτική διάσταση του Μακεδονικού», Αυγή, Ενθέματα, 20 Απριλίου 2008.

Page 1 of 2
1 2