Μούτζα. Η ιστορία της χειρονομίας από τα αρχαία χρόνια μέχρι σήμερα. Γιατί αποβάλλει άγχος ή νεύρα και βελτιώνει τη διάθεση

Πετάγεται μηχανάκι από στοπ.
Ακούγεται δυνατό φρενάρισμα από αυτοκίνητο, που παραλίγο να το χτυπήσει.
Ο οδηγός βγάζει το χέρι έξω από το παράθυρο, ανοίγει καλά τη παλάμη και φωνάζει «Πάρ’ τα να μην στα χρωστάω».
Πρόκειται για καθημερινό περιστατικό και διάλογο στους δρόμους, όπου η μούτζα (συν. φάσκελο), χαρίζεται αφειδώς και χωρίς χρωστούμενα.
Μία από τις πλέον αγαπημένες χειρονομίες των Ελλήνων, που χρησιμοποιείται παντού για εκατομμύρια διαφορετικούς λόγους.

Οι ρίζες της μούτζας
Σύμφωνα με ερευνητές, η χειρονομία αυτή προέρχεται από την αρχαιότητα.
Ήταν χαιρετισμός προς τον Ήλιο.
Οι αρχαίοι σήκωναν τα χέρια τους με ανοιχτές τις παλάμες προς την πλευρά του ήλιου και έτσι επικαλούνταν το θεό τους.
Πολλοί υποστηρίζουν ότι μούτζωναν και στα Ελευσίνια μυστήρια.
Συνόδευαν τη χειρονομία με κατάρες προς τον «κακό».
Ίσως, γι’ αυτό πολλοί σκύβουν, όταν τους μουτζώνουν.
Προσπαθούν να ξεφύγουν από τις κατάρες και την αρνητικότητα.
Μια άλλη εκδοχή αναφέρει ότι στην αρχαιότητα, οι πολεμιστές που νικούσαν στη μάχη, άλειφαν το πρόσωπο των αιχμαλώτων τους που είχαν ηττηθεί, με περιττώματα.
Η επικρατέστερη εκδοχή είναι ότι η μούτζα, προέρχεται από το Βυζάντιο.
Εφαρμοζόταν για ασήμαντα παραπτώματα, όπως οι μικροκλοπές και η μοιχεία.
Έδεναν τον κατηγορούμενο σε ένα γαϊδούρι ανάποδα και το περιέφεραν στους δρόμους.
Ο δικαστής έβαζε το χέρι του μέσα σε στάχτη και «μουτζούρωνε» το πρόσωπό του θύτη.
Με αυτό το τρόπο τον διαπόμπευαν και τον στιγμάτιζαν.
Η έννοια της μουντζούρας διατηρήθηκε και αργότερα.
Λέγεται ότι στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, άφηναν το αποτύπωμα της παλάμης που είχε αλειφτεί με πίσσα, στην είσοδο των οίκων ανοχής, για να δείξουν ότι αυτά τα σπίτια ήταν ανήθικα.

Μούτζα η «θεραπευτική»
Το «φασκέλωμα» είναι μια αυθόρμητη χειρονομία.
Πρόκειται για μια κίνηση της γλώσσας του σώματος.
Είναι μια άμεση και λιγότερο ελεγχόμενη έκφραση των συναισθημάτων.
Πολλές φορές συνοδεύεται και με υβριστικές εκφράσεις.
Παρόλο που όλα αυτά θεωρούνται προσβλητικά, η επιστήμη λέει πως κάνουν καλό στην υγεία.
Σύμφωνα με έρευνα που έγινε στο Λονδίνο, οι βρισιές μειώνουν τον πόνο.
Ο επικεφαλής Richard Stephens έβαλε 67 φοιτητές να κρατήσουν τα χέρια τους κάτω από παγωμένο νερό.
Στην πρώτη δοκιμασία, τους επέτρεψαν να βρίζουν για όσο έκαναν το πείραμα και στη δεύτερη φάση τους το απαγόρευσαν.
Αυτό που παρατηρήθηκε ήταν ότι, οι φοιτητές άντεξαν το παγωμένο νερό 40 δευτερόλεπτα παραπάνω όταν έβριζαν.
Οι συμμετέχοντες δήλωσαν επίσης, ότι δεν ένιωθαν πόνο.
Ο Stephens διαπίστωσε ότι, το βρίσιμο βοηθάει στην αντιμετώπιση δύσκολων καταστάσεων. Εκτονώνεται ο θυμός και το άγχος.
Δημιουργεί το αίσθημα της ανακούφισης και βελτιώνει τη ψυχική κατάσταση, γιατί εξωτερικεύονται τα αρνητικά συναισθήματα.
Κάπως έτσι λειτουργεί και η μούτζα για τους Έλληνες.
Σύμφωνα με ψυχολόγους, οι χειρονομίες δείχνουν αυτά που δεν μπορούν ή δεν πρέπει να ειπωθούν.
Εκφράζεται άμεσα το μήνυμα της αποδοκιμασίας και του θυμού, χωρίς πολλά λόγια. Αποβάλλονται από τον οργανισμό τα νεύρα και ο αρνητισμός και μεταφέρονται σε αυτόν που δέχεται τα…χρωστούμενα.
Έτσι, λένε «καλύτερα να μουτζώσεις παρά να κάνεις τίποτα χειρότερο».

Δείτε το βίντεο με τις πιο γνωστές μούτζες στον ελληνικό κινηματογράφο:

(ΠΗΓΗ : http://www.valueforlife.gr/psychologia/moutza-istoria-tis-chironomias-apo-ta-archea-chronia-mechri-simera-giati-apovalli-agchos-nevra-ke-veltioni-ti-diathesi/)

Επειδή πάντα έχει σημασία πως γίνονταν οι μεγάλες επιτυχίες (Που’σαι Θανάση – Ζαμπέτας,Βασιλειάδης)

Το τραγούδι αυτό αναφέρεται σε πραγματικά γεγονότα.Στενός συνεργάτης του Ζαμπέτα είπε ότι ο Θανάσης ήταν υπαρκτό πρόσωπο.Υπήρχε λοιπόν κάποιος μεγάλος θαυμαστής του Ζαμπέτα που τον ακολουθούσε όπου και αν πήγαινε, και κάποια στιγμή του συστήθηκε ( με λένε Θανάση και είμαι μεγάλος θαυμαστής σας ).Αυτό το γνώριζε ο φίλος του Χ.Βασιλειάδης, όταν λοιπόν γύρισε από την Αμερική ο Ζαμπέτας και δεν ξαναείδε τον Θανάση χωρίς ποτέ να μάθει τι απέγεινε τότε πήρε το τραγούδι στα χέρια του και το έκανε επιτυχία.!!

Σαν σήμερα στις 10 Μαρτίου του 1992 πέθανε ο Γιώργος Ζαμπέτας.  Μια ωραία ιστορία που αφορά ένα από τα πιο γνωστά του τραγούδια είναι αυτή:

Ο στιχουργός Χαράλαμπος Βασιλειάδης ήταν γνωστός και με το ψευδώνυμο «Τσάντας» λόγω μιας τσάντας γεμάτης με στίχους που κουβαλούσε συνέχεια μαζί του. Στενός φίλος και συνεργάτης του Ζαμπέτα, του είχε γράψει πολλά τραγούδια, μεταξύ των οποίων και αρκετές πολύ γνωστές επιτυχίες (Ο Αράπης, Ο πιο καλός ο μαθητής κ.α.).

Το 1971 ήταν άρρωστος ενώ ο Ζαμπέτας ήταν στην Αμερική. Ένα βράδυ η κατάσταση της υγείας του επιδεινώθηκε. Πήρε χαρτί και έγραψε τους στίχους του τραγουδιού «Που ‘σαι Θανάση». Το έδωσε στη γυναίκα του και της ζήτησε να το δώσει με τη σειρά της στον Ζαμπέτα όταν εκείνος επέστρεφε από την Αμερική. Την επόμενη μέρα ο Βασιλειάδης πέθανε. Ο Ζαμπέτας γύρισε μετά από μερικούς μήνες, πήρε τους στίχους και έφτιαξε ένα από τα καλύτερα τραγούδια του. Το τραγούδι κυκλοφόρησε το 1972.

Που ΄σαι Θανάση

Θα πάρω σβάρνα μια βραδιά
όλες τις συνοικίες
δε θέλω πολυτέλειες και πολυκατοικίες
Είχα έναν παλιόφιλο, τα ίχνη του έχω χάσει
σ’ ένα στέκι απόμερο, το στέκι του Θανάση

Πού ‘σαι Θανάση, πού ‘σαι Θανάση
ήθελα να σ’ αντάμωνα
Που ‘σαι Θανάση, πού ‘σαι Θανάση
Ήθελα να σ’ αντάμωνα, η γρουσουζιά να σπάσει

Εκεί θα βρω της νιότης μου
τα φίνα τα ωραία
Τον Μάνθο τον Θεμιστοκλή
και τη παλιά παρέα
Δίπλα θα καθίσουμε σαν πρώτα στο τραπέζι
και μαζί θ’ ακούσουμε γλυκιά πενιά να παίζει

 

 

Θάνος Μικρούτσικος: Πώς η ανάγκη γίνεται Ιστορία

Το χαρακτηριστικό μου, για το οποίο χαίρομαι πάρα πολύ είναι ότι τα έργα μου αντανακλούν τη δραματική συγκυρία της εποχής, τονίζει ο Θάνος Μικρούτσικος σε συνέντευξή του στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων με αφορμή τις τρεις συναυλίες που θα δώσει στο πλαίσιο του εορτασμού των 100 χρόνων από την ίδρυση του ΚΚΕ, στην Αθήνα στις 11 Μαρτίου, στην Πάτρα στις 23 Μαρτίου και στη Θεσσαλονίκη την 1η Απριλίου.

Με λογισμό και μ’ όνειρο, στη συνέντευξή του ο κ. Μικρούτσικος μιλά για όλα εκείνα που διαμόρφωσαν τη μουσική του δημιουργία, εντός της γενικής πορείας της ελληνικής μουσικής, της οποίας σκιαγραφεί τα τελευταία 80 χρόνια με αναφορές σε εποχές, δημιουργούς-σταθμούς και έργα που διεύρυναν τα όριά της.

Ο Θάνος Μικρούτσικος ιχνηλατεί και εντοπίζει σε πλευρές της κοινωνικής εμπειρίας τις κινητήριες δυνάμεις αλλά και τις αιτίες για σειρά ζητημάτων που αφορούν από τη γέννηση μιας μουσικής φόρμας έως την κατάρρευση της δισκογραφίας.

Και πάντα εξακολουθεί να δημιουργεί, γράφοντας, διευθύνοντας και μιλώντας γι’ αυτά που «τον καίνε», αφομοιώνοντας δημιουργικά με σεβασμό αυτό που του παραδόθηκε, έτσι ώστε στο έδαφος του σύγχρονου έργου να έχουν αποτεθεί οι σπόροι του μέλλοντος.

Ακολουθεί η συνέντευξη του Θάνου Μικρούτσικου στο ΑΠΕ-ΜΠΕ και τον Γιώργο Μηλιώνη:

Έχετε πει ότι όλη σας η ζωή είναι η μουσική. Ποιά ήταν εκείνα τα στοιχεία που διαμόρφωσαν τη μουσική σας, δηλαδή ποιά ήταν αυτά που αφομοιώσατε και υπερβήκατε;

Είναι αλήθεια γιατί με τη μουσική ήλθα σε επαφή από τεσσάρων χρόνων, λόγω οικογενειακού περιβάλλοντος, λόγω του ότι η θεία, Ηλέκτρα Παπαμικροπούλου ήταν καθηγήτρια πιάνου και η αδελφή της, Αντιγόνη Παπαμικροπούλου, ήταν η πρώτη εγγεγραμμένη Ελληνίδα συνθέτης και από εκεί και πέρα ξεκίνησα πιάνο, τεσσάρων-πέντε χρόνων και ήμουν προ του πτυχίου στα έντεκα-δώδεκα. Συνεπώς αληθεύει ότι όλη μου η ζωή ήταν η μουσική.

Τι ήταν αυτό που τη διαμόρφωσε; Νομίζω ότι ήταν τέσσερεις παράγοντες: Ο πρώτος είναι ότι μπήκα με τα μπούνια στην κλασσική μουσική, δηλαδή

Continue reading “Θάνος Μικρούτσικος: Πώς η ανάγκη γίνεται Ιστορία”

Δήμος Μεγαρέων: 26 Φεβρουαρίου, ομιλία του πανεπιστημιακού Χριστ. Γιαλλουρίδη

Ο Δήμος Μεγαρέων διοργανώνει εκδήλωση με ομιλία εκ μέρους του πανεπιστημιακού καθηγητή Χριστόδουλου Γιαλλουρίδη με θέμα
«Ελληνοτουρκικές Σχέσεις – Πτυχές της Ιστορίας και της σύγχρονης πολιτικής»

Την Δευτέρα 26 Φεβρουαρίου 2018, ώρα 19:00
Η εκδήλωση αυτή διοργανώνεται στο πλαίσιο του προγράμματος των επιμορφωτικών εκδηλώσεων του Δήμου Μεγαρέων για το έτος 2018.

 

Ο κ. Χριστόδουλος Γιαλλουρίδης, είναι καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής, Κοσμήτορας Σχολής Διεθνών Σπουδών, Επικοινωνίας και Πολιτισμού στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και Διευθυντής του Κέντρου Ανατολικών Σπουδών.

Γεννήθηκε στη Μόρφου της Κύπρου το 1949.
Σπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών με μεταπτυχιακές σπουδές στην Κοινωνιολογία, στην Πολιτική Επιστήμη, στις Διεθνείς Σχέσεις και στο Διεθνές Δίκαιο στα Πανεπιστήμια Tubingen, Freiburg και Bochum, Ομοσπονδιακή Γερμανία.

Ανακηρύχθηκε Διδάκτορας του Πανεπιστημίου Bochum (Magna Cum Laude), διατελώντας 2020υπότροφος του Ιδρύματος Friedrich Naumann και της Γερμανικής Ακαδημίας Υποτροφιών.
Υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Ελληνικής Εταιρείας Διεθνούς Δικαίου και Διεθνών Σχέσεων, του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων και του Κυπριακού Κέντρου Μελετών.

Διδάσκει στις Ανώτατες Σχολές όλων των Κλάδων των Ενόπλων Δυνάμεων.

Διετέλεσε Πρόεδρος του Επιστημονικού Συμβουλίου του Ινστιτούτου Αμυντικών Αναλύσεων του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, Διευθυντής του Ευρωπαϊκού Πολιτιστικού Κέντρου Δελφών και Πρόεδρος του Ελληνικού Ιδρύματος Πολιτισμού.

Σειρά άρθρων και μελετών του δημοσιευθήκαν τόσο στην Ελλάδα, όσο και στο εξωτερικό, ενώ είναι συγγραφέας βιβλίων και μονογραφιών στην ελληνική, αγγλική, καθώς και γερμανική γλώσσα και επιμελητής συλλογικών έργων.
Διδάσκει διεθνή πολιτική, διαχείριση κρίσεων, εξωτερική πολιτική και ΜΜΕ και πολιτιστική διπλωματία.

(ΠΗΓΗ : https://www.megara.org/dimos-megareon-26-fevrouariou-omilia-tou-panepistimiakou-christ-giallouridi-2/)

Όλη η αλήθεια για το Μακεδονικό: Πόσο γνωρίζουμε την Ιστορία;

Η ιδέα της αρχαίας καταγωγής των σλαβόφωνων της Μακεδονίας προωθήθηκε από την ελληνική προπαγάνδα στα τέλη του 19ου αιώνα προκειμένου να απομακρύνει τους πληθυσμούς αυτούς από το βουλγαρικό κίνημα.

Γράφει η Αθηνά Σκουλαρίκη*

Σχεδόν 30 χρόνια μετά την κρίση της δεκαετίας του 1990, πόσα έχουμε καταλάβει για το Μακεδονικό; Ενώ η Ελλάδα επικαλείται την «ιστορική αλήθεια», το έλλειμμα πληροφόρησης χαρακτήρισε εξ’ αρχής την ελληνική στάση στο ζήτημα αυτό -κυρίως ως προς τις εξελίξεις στη νεότερη εποχή, την εποχή των εθνικών κινημάτων και των πολιτικών και πολεμικών συγκρούσεων του 20ού αιώνα.

Αφενός, το έλλειμμα αυτό οφειλόταν στην πολιτική της αποσιώπησης, του «ανύπαρκτου ζητήματος», που ακολουθούσε το ελληνικό κράτος σε όλη τη μετεμφυλιακή περίοδο. Αφετέρου είχε σχέση με την απουσία επαφών με την άλλη πλευρά, την έλλειψη ειδικών στον πανεπιστημιακό χώρο, την άγνοια των περισσότερων δημοσιογράφων για το ζήτημα, αλλά και τις στρεβλές εντυπώσεις που καλλιέργησαν οι πρωτοστατούντες στην κινητοποίηση για την «ελληνικότητα της Μακεδονίας».1

Παρότι η βιβλιογραφία έχει εμπλουτιστεί έκτοτε με εξαιρετικές μελέτες, στον δημόσιο χώρο εξακολουθούν να διακινούνται τα ίδια στερεότυπα και οι ίδιες ανακρίβειες, συχνά χωρίς αντίλογο. Θα επιχειρήσω εδώ να θίξω συνοπτικά κάποια προβληματικά σημεία που συναντώνται στις περισσότερες αναλύσεις για το Μακεδονικό, θρέφοντας προκαταλήψεις και εμμονές.

«Βάρνταρσκα» και άλλα επίθετα

Πριν από λίγες μέρες ο αρχηγός των ΑΝ.ΕΛΛ. και υπουργός Άμυνας Π. Καμμένος επανέφερε την πρόταση να ονομαστεί η χώρα Βάρνταρσκα. Η ανακύκλωση αυτής της ιδέας είναι ενδεικτική της ημιμάθειας (ή της εσκεμμένης παραπληροφόρησης) που επικρατεί στην Ελλάδα ως προς το Μακεδονικό. Γεγονός είναι πως μεταξύ 1929-1941 η περιοχή είχε ονομαστεί Βάρνταρσκα Μπανόβινα (δηλαδή Επαρχία του Βαρδάρη).

Την εποχή εκείνη, ως μέτρο κατά των τοπικών εθνικισμών, όλες οι επαρχίες του Βασιλείου της Γιουγκοσλαβίας ονομάστηκαν από τα ποτάμια τους. Χρησιμοποιείται επίσης η ονομασία Βάρνταρσκα Μακεντόνιγια (Μακεδονία του Βαρδάρη), σε αντιδιαστολή με την (ελληνική) Μακεδονία του Αιγαίου και τη (βουλγαρική) Μακεδονία του Πιρίν. Σε κάθε περίπτωση, το Βάρνταρσκα είναι επιθετικός προσδιορισμός, όχι κύριο όνομα -δεν μπορεί δηλαδή να χρησιμοποιηθεί σκέτο.

Αν αυτό το παράδειγμα είναι σχεδόν γραφικό, άλλες διαδεδομένες αντιλήψεις σχετίζονται με τις βασικές μας παραδοχές για το πρόβλημα του ονόματος και της Ιστορίας.

Ένα «τεχνητό» έθνος, κατασκεύασμα του Τίτο;

Αποτελεί κοινό τόπο στην Ελλάδα πως οι λεγόμενοι «Σκοπιανοί» είναι ένα «τεχνητό» έθνος, δημιούργημα του Τίτο. Πράγματι, η εθνική και κρατική συγκρότηση των (Σλαβο)Μακεδόνων συντελέστηκε το 1944. Ωστόσο δεν προέκυψε εκ του μηδενός.

Είναι τεκμηριωμένο πως η ιδέα της αρχαίας καταγωγής των σλαβόφωνων της Μακεδονίας προωθήθηκε από την ελληνική προπαγάνδα στα τέλη του 19ου αιώνα, προκειμένου να απομακρύνει τους πληθυσμούς αυτούς από το βουλγαρικό κίνημα. Η Μακεδονία, ως κοιτίδα ενός ένδοξου αρχαίου πολιτισμού και πατρίδα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, πρόσφερε ένα πολύ ελκυστικό αφήγημα, το οποίο τελικά υιοθετήθηκε από δύο αντιτιθέμενους εθνικισμούς.

Ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα πολλοί χρησιμοποιούσαν τον όρο Μακεδόνες με γεωγραφική ή εθνοτική έννοια. Στις αρχές του 20ού αι. οι Έλληνες εθνικιστές (όπως ο Ίων Δραγούμης) μιλούσαν κι αυτοί για Μακεδόνες ή Μακεδονοσλάβους αναφερόμενος στους σλαβόφωνους της Μακεδονίας.

Μετά τη δημιουργία της Εσωτερικής Μακεδονικής Επαναστατικής Οργάνωσης (ΕΜΕΟ), η σοσιαλιστική -αναρχική φράξια διαφοροποιήθηκε από τη δεξιά (που ελεγχόταν από τη Σόφια), υποστηρίζοντας αυτονομιστικές τάσεις. Στη συνέχεια η εμπειρία του αυταρχικού εκσερβισμού στον Μεσοπόλεμο και της βίαιης βουλγαρικής κατοχής το 1941-44 οδήγησαν τον πληθυσμό της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας στη διαμόρφωση μιας διακριτής ταυτότητας.

Η αποκρυστάλλωση της εθνικής συνείδησης υποστηρίχτηκε από τους θεσμούς της ομόσπονδης Δημοκρατίας, ενώ η ανεξαρτητοποίηση του κράτους το 1991 βιώθηκε ως ιστορική δικαίωση. Μετά από τόσες γενιές η μακεδονική εθνική ταυτότητα έχει εμπεδωθεί ακόμη και από αυτούς που οι πρόγονοί τους μπορεί να αυτοπροσδιορίζονταν ως Βούλγαροι, Σέρβοι, Βλάχοι ή Έλληνες. Αντίθετα με την ουσιοκρατική αντίληψη περί προαιώνιων εθνών, όλα τα έθνη – κράτη δημιουργήθηκαν μέσα από ιστορικούς μετασχηματισμούς της νεωτερικότητας.

Μία ή πολλές Μακεδονίες;

Μια από τις πηγές παρεξήγησης μεταξύ των δύο χωρών είναι η διαφορά στο πώς ορίζουμε γεωγραφικά τη Μακεδονία. Για την Ελλάδα η περιοχή ορίζεται με αναφορά στην αρχαία Μακεδονία, θεωρώντας πως αυτή συμπίπτει με τη σύγχρονη ελληνική Μακεδονία. Ούτε αυτό είναι ακριβές όμως, γιατί τα όρια της περιοχής διευρύνονταν ή συρρικνώνονταν προς βορράν και προς ανατολάς, τόσο στην αρχαία, όσο και στη βυζαντινή εποχή, ανάλογα με τις κατακτήσεις.

Για την άλλη πλευρά, όπως και για τη διεθνή διπλωματία, η Μακεδονία νοείται όπως ορίστηκε το 1878 στο Συνέδριο του Βερολίνου ως ευρεία γεωγραφική περιφέρεια. Με βάση αυτόν τον χάρτη χωρίστηκαν τα εδάφη της μείζονος Μακεδονίας μεταξύ Ελλάδας (51%), Σερβίας (39%), Βουλγαρίας (9%) και Αλβανίας (1%) με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου το 1913.

Τη διαίρεση αυτή αποδεχόταν και η ελληνική διπλωματία, εξ ου και το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών αναφερόταν έως το 1991 σε «Σερβική / Γιουγκοσλαβική Μακεδονία» και σε «Βουλγαρική Μακεδονία». Το σύνθημα του 1992 «Η Μακεδονία είναι μία και είναι ελληνική» αντέφασκε με την ίδια τη Συνθήκη με την οποία η νότια Μακεδονία είχε γίνει ελληνική.

Για τους παραπάνω λόγους, έως τις αρχές της δεκαετίας του 1990, το όνομα δεν αποτελούσε σε καμιά περίπτωση επίδικο ζήτημα. Μετά τη ρήξη Τίτο – Στάλιν το 1948 και καθ’ όλη τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου οι σχέσεις της Ελλάδας με τη Γιουγκοσλαβία ήταν από καλές έως άριστες. Το μόνο αγκάθι ήταν οι διεκδικήσεις αναγνώρισης μειονότητας στη βόρεια Ελλάδα εκ μέρους της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας.2

Μειονότητα και «αλυτρωτισμός»

Σήμερα οι μειονοτικές διεκδικήσεις αποτελούν τη βάση αυτού που αόριστα καταγγέλλεται από την Ελλάδα ως «αλυτρωτισμός». Ωστόσο πρόκειται για σύγχυση των όρων: οι κυβερνήσεις της γειτονικής χώρας δεν διατυπώνουν εδαφικές διεκδικήσεις με πρόσχημα τους σλαβόφωνους της Ελλάδας. Διακινούνται βεβαίως χάρτες της ενιαίας, «ιστορικής» ή «εθνοτικής» Μακεδονίας, όπως τη χαρακτηρίζουν.

Η απεικόνιση της Μεγάλης Μακεδονίας παραπέμπει στον ιδρυτικό μύθο του μακεδονικού εθνικισμού, σύμφωνα με τον οποίο η Μακεδονία και ο μακεδονικός λαός (ο οποίος γίνεται αντιληπτός ως ενιαίο και ήδη διαμορφωμένο έθνος) διαιρέθηκε μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους. Η αντίληψη αυτή θρέφει ένα αίσθημα «χαμένων πατρίδων» και ιστορικής αδικίας, αλλά δεν μεταφράζεται σε επεκτατισμό -εδώ στην Ελλάδα η διάκριση αυτή μας είναι οικεία.

Κατά τα άλλα, οι μειονοτικές διεκδικήσεις (είτε γίνουν δεκτές είτε όχι) δεν έχουν σχέση με το όνομα και δεν αποτελούν εθνική απειλή σε ένα σύγχρονο δημοκρατικό κράτος.

Εθνικισμός και πολιτική σύγκρουση

Τα προηγούμενα δέκα χρόνια η τότε κυβέρνηση του δεξιού VMRO-DPMNE του Ν. Γκρούεφσκι επέβαλε την ηγεμονία της με όχημα την πολιτική του «εξαρχαϊσμού» που επιχειρούσε να αντισταθμίσει τα ελληνικά επιχειρήματα περί αρχαιότητας. Το δεύτερο Βουκουρέστι, του 2008, με το «βέτο» της Ελλάδας για την ένταξη της χώρας στο ΝΑΤΟ, υπήρξε ένα εθνικό τραύμα.

Η σημερινή κυβέρνηση SDSM υπό τον Ζόραν Ζάεφ δεν είναι ευκαιριακά μόνο μετριοπαθής, όπως λέγεται εδώ. Επικράτησε μέσα από τη σύγκρουση με τις αντι-δημοκρατικές πρακτικές, τον εθνικισμό και την αρχαιόπληκτη ρητορεία της προηγούμενης κυβέρνησης. Μπορεί και θέλει να λύσει τη διαφορά με την Ελλάδα. Αρκεί οι αδιάλλακτοι εκατέρωθεν να μην τορπιλίσουν πάλι την όποια λύση.

* Η Αθηνά Σκουλαρίκη είναι λέκτορας στο Τμήμα Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης

1 Βλ. Α. Σκουλαρίκη, «Ο δημόσιος λόγος για το έθνος με αφορμή το Μακεδονικό (1991-1995): πλαίσιο, αναπαραστάσεις και ΜΜΕ», στο Μ. Κοντοχρήστου (επιμ.), Ταυτότητα και Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας στη σύγχρονη Ελλάδα, Αθήνα, Παπαζήσης, 2007, σελ. 61-103.

2 Η ελληνική πλευρά απέρριπτε κάθε συζήτηση υποστηρίζοντας ότι το «ξένο στοιχείο» (οι σλαβόφωνοι μη «ελληνικού φρονήματος») είχε φύγει από τη χώρα μετά τον Εμφύλιο και το ζήτημα είχε λήξει. Ανεπισήμως, όμως, οι υπηρεσίες ασφαλείας παρακολουθούσαν στενά κάθε κίνηση και κάθε λέξη των χιλιάδων σλαβόφωνων Μακεδόνων της Ελλάδας. Βλ. Λ. Εμπειρίκος, Α. Σκουλαρίκη, «Ο ‘αλυτρωτισμός των Σκοπίων’ ή η αποσιωπημένη μειονοτική διάσταση του Μακεδονικού», Αυγή, Ενθέματα, 20 Απριλίου 2008.