Βασίλης Ραφαηλίδης: Να, λοιπόν, γιατί είναι απολύτως αδύνατο να οριστούν τα γεωγραφικά όρια της Μακεδονίας

Ένα επίκαιρο κείμενο του Βασίλη Ραφαηλίδη, απόσπασμα από το βιβλίο οι Λαοί των Βαλκανίων, στο οποίο επιχειρεί μία ερμηνεία της ελληνικότητας της Μακεδονίας και της θέσης των Σκοπιανών.

«Από ιστορικής απόψεως, την ελληνικότητα της Μακεδονίας δεν την αμφισβήτησε ποτέ κανείς στα σοβαρά. Το αρχαίο και ένδοξο κράτος των Μακεδόνων ήταν όντως ελληνικό. Αυτό που αμφισβητούν οι Σκοπιανοί είναι το δικαίωμα της μονοχρησίας του ονόματος Μακεδονία.

Δηλαδή του ονόματος μιας περιοχής τα σαφή γεωγραφικά και εθνολογικά όρια της οποίας είναι απολύτως αδύνατο να καθοριστούν, δεδομένου ότι οι αρχαίοι λαοί δεν είχαν σύνορα, με τη νομική έννοια που έχει ο όρος σήμερα.

Στην αρχαιότητα, τα σύνορα ήταν πάντα φυσικά: αδιάβατοι ποταμοί, απάτητα όρη και πάσης φύσεως φυσικά εμπόδια, που υποχρέωναν τους λαούς να αναπτύξουν τις πολιτιστικές τους ιδιομορφίες, και συνεπώς να εμφανιστούν ως ευδιάκριτες εθνότητες, κατ’ αρχήν εντός φυσικά καθορισμένων γεωγραφικών ορίων, απ’ τα οποία θα μπορούσαν, βέβαια, να ξεφύγουν με τους αποικισμούς και τις μεταναστεύσεις, αλλά όταν ήδη η εθνική συνείδηση είχε ήδη διαμορφωθεί στην αρχική εθνική κοιτίδα. Αν αυτό δε συμβεί, τότε μια ομάδα μεταναστών ή αποίκων, δημιουργεί καινούργια, δική της εθνική συνείδηση.

Όπου τα φυσικά εμπόδια δεν αποτελούσαν πρόβλημα είτε γιατί δεν υπήρχαν καν είτε γιατί η πείνα, η επιμονή, ή η ανάπτυξη του πολιτισμού τα καταργούσαν εύκολα, τα σύνορα ήταν εκεί που ήταν οι φρουροί των συνόρων: Οι Βόλχοι (Βλάχοι) κατά τα ύστερα χρόνια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, οι Ακρίτες στη διάρκεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, οι Κοζάκοι στη Ρωσική Αυτοκρατορία των Τσάρων. Αν οι φρουροί των συνόρων υποχωρούσαν, υποχωρούσαν μαζί τους και τα σύνορα. Η νομική έννοια των συνόρων, δηλαδή οι συμφωνίες που γίνονται ανάμεσα σε γειτονικά κράτη για το πού τελειώνει το ένα και πού αρχίζει το άλλο και η συνακόλουθη χάραξη διαχωριστικών γραμμών επί του χάρτου, είναι υπόθεση πάρα πολύ μεταγενέστερη.

Να, λοιπόν, γιατί είναι απολύτως αδύνατο να οριστούν τα γεωγραφικά όρια της Μακεδονίας. Η ιστορία της περιοχής που φέρει αυτό το ιστορικό όνομα είναι τόσο παλιά και τα φυσικά ή στρατιωτικά της όρια έχουν αλλάξει τόσες πολλές φορές απ’ το 1000 π.Χ. μέχρι σήμερα, που κανείς πια δεν ξέρει τι είναι και τι δεν είναι Μακεδονία από γεωγραφικής και εθνολογικής απόψεως. Άλλα ήταν τα όριά της και οι λαοί της επί Φιλίππου, άλλα επί Μεγάλου Αλεξάνδρου, άλλα στα χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, άλλα στα χρόνια της τουρκικής κατάχτησης, άλλα στην πριν τη λήξη των Βαλκανικών Πολέμων (1913) περίοδο, και άλλα σήμερα. Όπως όλα τα σύνορα, αλλά περισσότερο απ’ όλα στην Ευρώπη αυτά της Μακεδονίας είναι εξόχως «ελαστικά», και κανείς δεν μπορεί να ξέρει ποια περιοχή θα ονομάζουν Μακεδονία οι γεωγράφοι της τρίτης χιλιετίας που έρχεται.

Τα παραπάνω σημαίνουν πως η σημερινή ελληνική Μακεδονία είναι μέρος μόνο μιας ευρύτερης γεωγραφικής περιοχής, που αναμφισβήτητα περιλαμβάνει και την περιοχή των Σκοπιών, αφού ήταν κι αυτή Μακεδονία, τόσο κατά την ελληνική αρχαιότητα και τη βυζαντινή περίοδο, όσο και κατά την περίοδο της τουρκικής κατοχής των Βαλκανίων.

Συνεπώς, το πρόβλημα δεν είναι να καταλάβουμε τι είναι και τι δεν είναι Μακεδονία από ιστορικής και γεωγραφικής απόψεως (το πρώτο το ξέρουμε, το δεύτερο δε θα το μάθουμε ποτέ με ακρίβεια), αλλά ποιοι είναι και ποιοι δεν είναι Μακεδόνες. Φυσικά, για τους σημερινούς Μακεδόνες της σημερινής ελληνικής Μακεδονίας δε γεννάται πρόβλημα. Είναι Μακεδόνες γιατί είναι Έλληνες και γιατί κατοικούν σε μια περιοχή όπου πάντα υπήρχαν Έλληνες. Η λέξη Έλλην είναι έννοια γένους, όπως θα έλεγε ο Αριστοτέλης. Η λέξη Μακεδών είναι έννοια είδους, πάλι κατά τον Αριστοτέλη. Μ’ άλλα λόγια η έννοια Έλλην είναι ευρύτερη της έννοιας Μακεδών. Δεν είναι όλοι οι Έλληνες Μακεδόνες, αυτό είναι αυτονόητο.

Από πολιτιστικής και όχι γεωγραφικής ή ιστορικής απόψεως, οι Μακεδόνες δεν μπορεί παρά να είναι Έλληνες. Όσοι Μακεδόνες μετέχουν του ελληνικού πολιτισμού, δεν μπορεί παρά να είναι και σήμερα Έλληνες, όπως ήταν πάντα από πολιτιστικής απόψεως, το τονίζω. Συνεπώς, Μακεδόνες δεν είναι αυτοί που κατοικούν σε μια συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, τα όρια της οποίας είναι ευμετάβλητα κατ’ ανάγκην, αλλά αυτοί που μετέχουν σ’ έναν συγκεκριμένο πολιτισμό, που λέγεται μακεδονικός, και που σαν τέτοιος δεν μπορεί παρά να είναι ελληνικός κατά κύριο λόγο.

Όμως, η λέξη Ελλάδα, με μια γεωγραφική έννοια, δεν είναι ούτε έννοια γένους ούτε έννοια είδους σε σχέση με τη λέξη Μακεδονία. Διότι, το είπαμε, καμιά γεωγραφική έννοια δεν παραμένει σταθερή. Αλλά και γιατί κανένας τόπος δεν γεννάει άλλον τόπο, έτσι αυτόματα και ερήμην των ανθρώπων που κατοικούν σ’ αυτόν. Η σημερινή Ελλάδα και η σημερινή ελληνική Μακεδονία, από γεωγραφικής απόψεως δεν είναι όμοιες με τις περιοχές που στην αρχαιότητα ονομάζονταν έτσι. Ενώ δεν έχουμε ιδέα ποια θα είναι η γεωγραφική τους μορφή στο μέλλον. Όμως, ξέρουμε σαφώς τι είναι η ελληνική γλώσσα και ο ελληνικός πολιτισμός.

Και η απόφανσή μας για την ελληνικότητα μιας γεωγραφικής περιοχής δεν μπορεί παρά να γίνεται βάσει πολιτιστικών και όχι γεωγραφικών παραμέτρων. Άλλωστε, από εθνικής απόψεως συμφέρει να χρησιμοποιούμε μόνο τις πολιτισμικές παραμέτρους, διότι κανείς δεν μπορεί να ξέρει μέχρι πού μπορεί να φτάσει στο μέλλον ο ελληνικός πολιτισμός. Εκτός κι αν αναμένουμε παραπέρα συρρίκνωσή του, οπότε για την υποστήριξη των «εθνικών μας συμφερόντων», καταφεύγουμε στα ασταθή γεωγραφικά και τα βλακώδη αιματολογικά επιχειρήματα.

Το όνομα Μακεδονία που χρησιμοποιούν οι Σκοπιανοί για τη Δημοκρατία τους, δεν το πρωτοχρησιμοποίησε ο Τίτο. Μακεδονία ονόμαζαν οι Τούρκοι μια ευρύτατη περιοχή που εκτός της ελληνικής περιλάμβανε και την περιοχή των Σκοπιών, καθώς και ένα κομμάτι της Βουλγαρίας. Από την αρχαιότητα και μέχρι την επιτυχή για τους Έλληνες και τους Σέρβους έκβαση των Βαλκανικών Πολέμων το 1913 δεν υπήρχε πρόβλημα ελληνικής, ή βουλγαρικής, ή σερβικής Μακεδονίας, για τον απλό λόγο πως ολόκληρη αυτή η περιοχή περνάει αδιαλείπτως απ’ τη μία (πολυεθνική) αυτοκρατορία στην άλλη. Από τη Ρωμαϊκή στη Βυζαντινή κι απ’ αυτήν στην Οθωμανική. Οι εν λόγω αυτοκρατορίες δεν είχαν κανέναν λόγο να καθορίσουν είτε τα ιστορικά, είτε τα γεωγραφικά, είτε τα πολιτιστικά όρια αυτής της συγκεκριμένης περιοχής, όπως και οποιασδήποτε άλλης εντός των ορίων τους. Το πρόβλημα, λοιπόν, προέκυψε με τον καθορισμό των συνόρων των βαλκανικών κρατών το 1913, ύστερα απ’ την κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Το κομμάτι της μέχρι τότε ενιαίας, ας την πούμε έτσι, «τουρκικής» Μακεδονίας που πέρασε στη Σερβία το 1913, ονομαζόταν από τότε, είτε Παλαιά Σερβία, είτε Άνω Μακεδονία. Και κανείς Έλληνας τότε δε διαμαρτυρήθηκε για τη χρήση του ονόματος Μακεδονία, προκειμένου για την καινούργια επαρχία της ήδη αυτόνομης Σερβίας. Γιατί στη σέρβική πλευρά ζούσαν ακόμα πάρα πολλές χιλιάδες Ελλήνων. Συνεπώς, από πολιτιστικής απόψεως, κατά ένα μεγάλο ποσοστό, η σέρβική (γεωγραφικά) Μακεδονία ήταν ελληνική (πολιτιστικά), πράγμα που δημιουργούσε την ελπίδα πως θα ήταν δυνατό κάποτε να γίνει και γεωγραφικά ελληνική.

Όμως, με τον καθορισμό των συνόρων το 1913, οι ελληνικοί πληθυσμοί της Βουλγαρίας και της Σερβίας και οι σλαβικοί της Ελλάδας, είτε ανταλλάσσονται, είτε περνούν σιγά σιγά απ’ την άλλη πλευρά των συνόρων. Επί Οθωμανών, όλοι αυτοί ζούσαν σε μια ενιαία περιοχή, που ήταν τούρκικη. Με την μετακίνηση των πληθυσμών, το εθνολογικό πρόβλημα, εν πολλοίς αλλά όχι εντελώς, λύνεται αυτόματα, όπως γίνεται πάντα όταν προκύπτουν καινούργια σύνορα. Που, λίγο ως πολύ, είναι πάντα αυθαίρετα, γιατί είναι αδύνατο να χωριστεί ένας τόπος με ακρίβεια, βάσει εθνολογικών δεδομένων. Άλλωστε, πρόβλημα συνόρων προκύπτει μόνο όταν μια εθνότητα οργανώσει το δικό της κράτος, όπως έχει δικαίωμα βάσει του Διεθνούς Δικαίου, πράγμα που, ωστόσο, μπορεί να μην το διεκδικήσει ποτέ. (Η έννοια κράτος είναι νομική, η έννοια έθνος είναι πολιτιστική, η έννοια χώρα είναι γεωγραφική).

Το πρόβλημα, λοιπόν, με το όνομα Μακεδονία υπάρχει απ’ το 1913 και όχι απ’ το 1945 που ο Τίτο εγκαθίσταται στην εξουσία και, για λόγους δικής του πολιτικής σκοπιμότητας, δημιουργεί την Ομόσπονδη Δημοκρατία της Μακεδονίας, που μέχρι τότε ήταν περιφέρεια της Σερβίας και από πολλούς λεγόταν Μακεδονία. Οι Έλληνες δημαγωγοί ψεύδονται ασύστολα όταν λεν πως δεν μπορούσαν να θέσουν θέμα ονόματος ούτε το 1945 ούτε αργότερα. Διότι, λέει, ο Τίτο ήταν και κομμουνιστής και δικτάτωρ. Και διότι, επιπροσθέτως, ήταν ένας φιλοδυτικός που έπρεπε να τον καλοπιάνουμε και να του κάνουμε τα χατίρια, έτσι που μπήκε καρφί στο μάτι του Στάλιν.

Όμως, ξέρετε γιατί δεν μπήκε θέμα ονόματος τότε; Διότι η Ελλάδα, όπως και η Δύση άλλωστε, πίστευε πως τα κομμουνιστικά καθεστώτα όπου νάναι είτε καταρρέουν, είτε διαλύονται με επέμβαση έξωθεν, οπότε μια ανακατανομή των εδαφών στην περιοχή, σε όφελος της Ελλάδας, ήταν πολύ πιθανή. Δηλαδή, απ’ το 1945 και μετά η ελληνική διπλωματία σιωπά για το όνομα Μακεδονία ακριβώς για τον ίδιο λόγο που σιωπούσε από το 1913 μέχρι το 1945.

Πάντα καιροσκόποι οι Έλληνες διπλωμάτες και πάντα ανίκανοι να χαράξουν πολιτική που να ξεπερνάει πρόβλεψη εξαμήνου, κάνουν την πάπια και περιμένουν τις εξελίξεις. Που ήρθαν αλλά πάρα πολύ καθυστερημένα. Και το σημαντικότερο, με μια διαφοροποίηση των πρώην κομμουνιστικών καθεστώτων από μέσα κι όχι απ’ έξω. Δηλαδή, όχι με μια άμεση επέμβαση των δυτικών, οπότε αυτοί θα μπορούσαν να επιβάλουν όρους και να κάνουν περίπου ό,τι θέλουν με την ανακατανομή των εδαφών, όπως γίνεται πάντα με τους νικητές, αλλά με μια καπιταλιστική διαφοροποίηση των πρώην κομμουνιστικών χωρών.

Τώρα τα πράγματα γίνονται δύσκολα για τους δυτικούς. Που τρέχουν να επωφεληθούν κατ’ αρχήν διά της διπλωματικής οδού και μετά, διά της στρατιωτικής. Μπορεί τα πράγματα να διαφοροποιηθούν κυρίως διά της στρατιωτικής οδού στο προσεχές μέλλον, αλλά προς το παρόν βρισκόμαστε στο κλασικό στάδιο του καθορισμού ζωνών επιρροής στην ευρύτατη περιοχή των πρώην σοσιαλιστικών χωρών. Όσο για την Ελλάδα, αυτή περιμένει τον επόμενο ενδοκαπιταλιστικό πόλεμο για να πάρει κανένα κοψίδι δίκην δώρου για την, μάλλον συμβολική συμμετοχή της σ’ αυτόν. Που, βέβαια, δεν είναι για αύριο, είναι για μετά το 2000 υποθέτω.

Θα πείτε ίσως, πώς θα ήταν δυνατό να προβλέψει η ελληνική διπλωματία τις εξελίξεις στη Γιουγκοσλαβία; Το πρόβλημα είναι σχετικά απλό, με την προϋπόθεση πως οι διπλωμάτες μας θα μπορούσαν να ερμηνεύσουν την ιστορία της Γιουγκοσλαβίας με τα εθνολογικά και ιστορικά δεδομένα ενός κράτους κατά το μάλλον ή ήττον τεχνητού, που προέκυψε το 1918, κατ’ αρχήν ως βασίλειο των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων που μόνο το 1929 θα πάρει το όνομα Γιουγκοσλαβία. Που, άλλωστε, το σοφίστηκαν Γερμανοί και όχι Γιουγκοσλάβοι ιστορικοί. Και που σημαίνει Νοτιοσλαβία, δηλαδή χώρα των Νότιων Σλάβων. Αυτό το όνομα το επεξεργάστηκαν εθνολογικά και ιστορικά πρώτοι οι Κροάτες απ’ τους Νότιους Σλάβους, στην προσπάθειά τους να αποδείξουν πως όλοι οι σλάβικοι πληθυσμοί της περιοχής πρέπει να ενωθούν σε ένα κράτος, προκειμένου να γλυτώσουν από τις εναλλασσόμενες κατακτήσεις της Κροατίας και της Σλοβενίας κυρίως από τους γείτονες κεντροευρωπαίους.

Όμως οι Νότιοι Σλάβοι (Γιουγκοσλάβοι) δεν είναι μια σαφής, ενιαία εθνότητα, είναι μια ομάδα υποεθνοτήτων, που οι σλαβολόγοι τους λεν έτσι για να τους ξεχωρίζουν από τους ανατολικούς (Ρώσοι κ.λπ.) και από τους κεντρώους, ή βορειοδυτικούς Σλάβους (Τσεχοσλοβάκοι, Πολωνοί). Δεν υπήρξε ποτέ στην περιοχή αυτή ενιαία εθνική συνείδηση, και τα προβλήματα φάνηκαν με τη δημιουργία της Γιουγκοσλαβίας. Που ευθύς αμέσως υποχρεώνεται να καταφύγει στη βασιλική δικτατορία για να διατηρήσει τη συνοχή της, που παίζονταν κάθε μέρα, κυρίως εξαιτίας των αποσχιστικών τάσεων των Κροατών, δηλαδή αυτών ακριβώς που έκαναν τα περισσότερα για την ένωση των Νότιων Σλάβων. Στους οποίους εντελώς λανθασμένα συναριθμούσαν οι φρέσκοι τότε Γιουγκοσλάβοι και τους Βούλγαρους, που όμως την κοπάνησαν απ’ τις διασκέψεις πριν παρθούν οι τελικές αποφάσεις για την ένωση των Νότιων Σλάβων σε ένα ενιαίο κράτος υπό το όνομα Γιουγκοσλαβία (Νοτιοσλαβία).

Τη δικτατορία του βασιλιά, που θα πληρώσει με τη ζωή του την ένωση των Νότιων Σλάβων, διαδέχεται ατάκα η δικτατορία του Τίτο. Μετά το θάνατό του όλοι πια ξέρουν πως η Γιουγκοσλαβία θα διαλυθεί. Και όλοι πλην των Ελλήνων σχεδιάζουν την πολιτική τους πολύ έγκαιρα με βάση τη σίγουρη διάλυση. Που η Ελλάδα, απλώς την απεύχεται. Ίσως να έγιναν και δεήσεις για να βάλει ο Θεός (των Ελλήνων) το χέρι του ώστε να προκόψει καμιά μετατιτοϊκή στρατιωτική δικτατορία. Αλλά, δυστυχώς για την ελληνική διπλωματία, δεν προέκυψε. Για την ελληνική διπλωματία προέκυψε το διπλωματικό πρόβλημα του ονόματος! Που η ίδια δημιούργησε. Αν όχι απ’ το 1913 που η Σερβία ενσωματώνει την περιοχή των Σκοπιών, αν όχι απ’ το 1918 που εμφανίζεται η ένωση, τουλάχιστον απ’ το 1929 που εμφανίζεται το όνομα Γιουγκοσλαβία και μαζί του η δικτατορία, η ελληνική διπλωματία, αν υπήρχε, θα έπρεπε να ξέρει πως η Γιουγκοσλαβία θα καταρρεύσει μαζί με τη δικτατορία, είτε τη βασιλική, είτε την τιτοϊκή.

Άλλωστε, όλος ο κόσμος ήξερε πως τα Σκόπια δεν είναι Γιουγκοσλα-βία, είναι Βουλγαρία κατ’ ουσίαν, και συνεπώς θά δημιουργηθεί εκεί μια ιδιάζουσα κατάσταση μετά την κατάρρευση της Γιουγκοσλαβίας. Η Σερβία ούτε καν κουνήθηκε να περισώσει τα Σκόπια. Και έτσι, οι Σκοπιανοί δεν ξέμειναν μόνο από προστάτη, όπως ήταν ο Σέρβος βασιλιάς ή ο Τίτο, ξέμειναν και από όνομα. Το όνομά τους είναι η ψυχή τους! Διότι οι πολλές εθνότητες (Σέρβοι, Αλβανοί, Βούλγαροι, Έλληνες) που κατοικούν στην περιοχή θα βολεύονταν μόνο κάτω από ένα «εθνικό» όνομα που κατ’ ουσίαν θα ήταν γεωγραφικό. Δώστους, λοιπόν, ένα ενοποιητικό των ποικίλων εθνοτήτων γεωγραφικό όνομα και πάρτους το βρακί.

Να γιατί οι Ευρωπαίοι θα ήθελαν να τους κάνουν δώρο ένα ηχηρό όνομα. Για να μη συνεχιστεί η πολυδιάσπαση της πρώην Γιουγκοσλαβίας και όσον αφορά τις επιμέρους πρώην ομόσπονδες και νυν αυτόνομες δημοκρατίες».

Ένα επίκαιρο κείμενο του Βασίλη Ραφαηλίδη, απόσπασμα από το βιβλίο οι Λαοί των Βαλκανίων, στο οποίο επιχειρεί μία ερμηνεία της ελληνικότητας της Μακεδονίας και της θέσης των Σκοπιανών.

«Από ιστορικής απόψεως, την ελληνικότητα της Μακεδονίας δεν την αμφισβήτησε ποτέ κανείς στα σοβαρά. Το αρχαίο και ένδοξο κράτος των Μακεδόνων ήταν όντως ελληνικό. Αυτό που αμφισβητούν οι Σκοπιανοί είναι το δικαίωμα της μονοχρησίας του ονόματος Μακεδονία.

Δηλαδή του ονόματος μιας περιοχής τα σαφή γεωγραφικά και εθνολογικά όρια της οποίας είναι απολύτως αδύνατο να καθοριστούν, δεδομένου ότι οι αρχαίοι λαοί δεν είχαν σύνορα, με τη νομική έννοια που έχει ο όρος σήμερα.

Στην αρχαιότητα, τα σύνορα ήταν πάντα φυσικά: αδιάβατοι ποταμοί, απάτητα όρη και πάσης φύσεως φυσικά εμπόδια, που υποχρέωναν τους λαούς να αναπτύξουν τις πολιτιστικές τους ιδιομορφίες, και συνεπώς να εμφανιστούν ως ευδιάκριτες εθνότητες, κατ’ αρχήν εντός φυσικά καθορισμένων γεωγραφικών ορίων, απ’ τα οποία θα μπορούσαν, βέβαια, να ξεφύγουν με τους αποικισμούς και τις μεταναστεύσεις, αλλά όταν ήδη η εθνική συνείδηση είχε ήδη διαμορφωθεί στην αρχική εθνική κοιτίδα. Αν αυτό δε συμβεί, τότε μια ομάδα μεταναστών ή αποίκων, δημιουργεί καινούργια, δική της εθνική συνείδηση.

Όπου τα φυσικά εμπόδια δεν αποτελούσαν πρόβλημα είτε γιατί δεν υπήρχαν καν είτε γιατί η πείνα, η επιμονή, ή η ανάπτυξη του πολιτισμού τα καταργούσαν εύκολα, τα σύνορα ήταν εκεί που ήταν οι φρουροί των συνόρων: Οι Βόλχοι (Βλάχοι) κατά τα ύστερα χρόνια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, οι Ακρίτες στη διάρκεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, οι Κοζάκοι στη Ρωσική Αυτοκρατορία των Τσάρων. Αν οι φρουροί των συνόρων υποχωρούσαν, υποχωρούσαν μαζί τους και τα σύνορα. Η νομική έννοια των συνόρων, δηλαδή οι συμφωνίες που γίνονται ανάμεσα σε γειτονικά κράτη για το πού τελειώνει το ένα και πού αρχίζει το άλλο και η συνακόλουθη χάραξη διαχωριστικών γραμμών επί του χάρτου, είναι υπόθεση πάρα πολύ μεταγενέστερη.

Να, λοιπόν, γιατί είναι απολύτως αδύνατο να οριστούν τα γεωγραφικά όρια της Μακεδονίας. Η ιστορία της περιοχής που φέρει αυτό το ιστορικό όνομα είναι τόσο παλιά και τα φυσικά ή στρατιωτικά της όρια έχουν αλλάξει τόσες πολλές φορές απ’ το 1000 π.Χ. μέχρι σήμερα, που κανείς πια δεν ξέρει τι είναι και τι δεν είναι Μακεδονία από γεωγραφικής και εθνολογικής απόψεως. Άλλα ήταν τα όριά της και οι λαοί της επί Φιλίππου, άλλα επί Μεγάλου Αλεξάνδρου, άλλα στα χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, άλλα στα χρόνια της τουρκικής κατάχτησης, άλλα στην πριν τη λήξη των Βαλκανικών Πολέμων (1913) περίοδο, και άλλα σήμερα. Όπως όλα τα σύνορα, αλλά περισσότερο απ’ όλα στην Ευρώπη αυτά της Μακεδονίας είναι εξόχως «ελαστικά», και κανείς δεν μπορεί να ξέρει ποια περιοχή θα ονομάζουν Μακεδονία οι γεωγράφοι της τρίτης χιλιετίας που έρχεται.

Τα παραπάνω σημαίνουν πως η σημερινή ελληνική Μακεδονία είναι μέρος μόνο μιας ευρύτερης γεωγραφικής περιοχής, που αναμφισβήτητα περιλαμβάνει και την περιοχή των Σκοπιών, αφού ήταν κι αυτή Μακεδονία, τόσο κατά την ελληνική αρχαιότητα και τη βυζαντινή περίοδο, όσο και κατά την περίοδο της τουρκικής κατοχής των Βαλκανίων.

Συνεπώς, το πρόβλημα δεν είναι να καταλάβουμε τι είναι και τι δεν είναι Μακεδονία από ιστορικής και γεωγραφικής απόψεως (το πρώτο το ξέρουμε, το δεύτερο δε θα το μάθουμε ποτέ με ακρίβεια), αλλά ποιοι είναι και ποιοι δεν είναι Μακεδόνες. Φυσικά, για τους σημερινούς Μακεδόνες της σημερινής ελληνικής Μακεδονίας δε γεννάται πρόβλημα. Είναι Μακεδόνες γιατί είναι Έλληνες και γιατί κατοικούν σε μια περιοχή όπου πάντα υπήρχαν Έλληνες. Η λέξη Έλλην είναι έννοια γένους, όπως θα έλεγε ο Αριστοτέλης. Η λέξη Μακεδών είναι έννοια είδους, πάλι κατά τον Αριστοτέλη. Μ’ άλλα λόγια η έννοια Έλλην είναι ευρύτερη της έννοιας Μακεδών. Δεν είναι όλοι οι Έλληνες Μακεδόνες, αυτό είναι αυτονόητο.

Από πολιτιστικής και όχι γεωγραφικής ή ιστορικής απόψεως, οι Μακεδόνες δεν μπορεί παρά να είναι Έλληνες. Όσοι Μακεδόνες μετέχουν του ελληνικού πολιτισμού, δεν μπορεί παρά να είναι και σήμερα Έλληνες, όπως ήταν πάντα από πολιτιστικής απόψεως, το τονίζω. Συνεπώς, Μακεδόνες δεν είναι αυτοί που κατοικούν σε μια συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, τα όρια της οποίας είναι ευμετάβλητα κατ’ ανάγκην, αλλά αυτοί που μετέχουν σ’ έναν συγκεκριμένο πολιτισμό, που λέγεται μακεδονικός, και που σαν τέτοιος δεν μπορεί παρά να είναι ελληνικός κατά κύριο λόγο.

Όμως, η λέξη Ελλάδα, με μια γεωγραφική έννοια, δεν είναι ούτε έννοια γένους ούτε έννοια είδους σε σχέση με τη λέξη Μακεδονία. Διότι, το είπαμε, καμιά γεωγραφική έννοια δεν παραμένει σταθερή. Αλλά και γιατί κανένας τόπος δεν γεννάει άλλον τόπο, έτσι αυτόματα και ερήμην των ανθρώπων που κατοικούν σ’ αυτόν. Η σημερινή Ελλάδα και η σημερινή ελληνική Μακεδονία, από γεωγραφικής απόψεως δεν είναι όμοιες με τις περιοχές που στην αρχαιότητα ονομάζονταν έτσι. Ενώ δεν έχουμε ιδέα ποια θα είναι η γεωγραφική τους μορφή στο μέλλον. Όμως, ξέρουμε σαφώς τι είναι η ελληνική γλώσσα και ο ελληνικός πολιτισμός.

Και η απόφανσή μας για την ελληνικότητα μιας γεωγραφικής περιοχής δεν μπορεί παρά να γίνεται βάσει πολιτιστικών και όχι γεωγραφικών παραμέτρων. Άλλωστε, από εθνικής απόψεως συμφέρει να χρησιμοποιούμε μόνο τις πολιτισμικές παραμέτρους, διότι κανείς δεν μπορεί να ξέρει μέχρι πού μπορεί να φτάσει στο μέλλον ο ελληνικός πολιτισμός. Εκτός κι αν αναμένουμε παραπέρα συρρίκνωσή του, οπότε για την υποστήριξη των «εθνικών μας συμφερόντων», καταφεύγουμε στα ασταθή γεωγραφικά και τα βλακώδη αιματολογικά επιχειρήματα.

Το όνομα Μακεδονία που χρησιμοποιούν οι Σκοπιανοί για τη Δημοκρατία τους, δεν το πρωτοχρησιμοποίησε ο Τίτο. Μακεδονία ονόμαζαν οι Τούρκοι μια ευρύτατη περιοχή που εκτός της ελληνικής περιλάμβανε και την περιοχή των Σκοπιών, καθώς και ένα κομμάτι της Βουλγαρίας. Από την αρχαιότητα και μέχρι την επιτυχή για τους Έλληνες και τους Σέρβους έκβαση των Βαλκανικών Πολέμων το 1913 δεν υπήρχε πρόβλημα ελληνικής, ή βουλγαρικής, ή σερβικής Μακεδονίας, για τον απλό λόγο πως ολόκληρη αυτή η περιοχή περνάει αδιαλείπτως απ’ τη μία (πολυεθνική) αυτοκρατορία στην άλλη. Από τη Ρωμαϊκή στη Βυζαντινή κι απ’ αυτήν στην Οθωμανική. Οι εν λόγω αυτοκρατορίες δεν είχαν κανέναν λόγο να καθορίσουν είτε τα ιστορικά, είτε τα γεωγραφικά, είτε τα πολιτιστικά όρια αυτής της συγκεκριμένης περιοχής, όπως και οποιασδήποτε άλλης εντός των ορίων τους. Το πρόβλημα, λοιπόν, προέκυψε με τον καθορισμό των συνόρων των βαλκανικών κρατών το 1913, ύστερα απ’ την κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Το κομμάτι της μέχρι τότε ενιαίας, ας την πούμε έτσι, «τουρκικής» Μακεδονίας που πέρασε στη Σερβία το 1913, ονομαζόταν από τότε, είτε Παλαιά Σερβία, είτε Άνω Μακεδονία. Και κανείς Έλληνας τότε δε διαμαρτυρήθηκε για τη χρήση του ονόματος Μακεδονία, προκειμένου για την καινούργια επαρχία της ήδη αυτόνομης Σερβίας. Γιατί στη σέρβική πλευρά ζούσαν ακόμα πάρα πολλές χιλιάδες Ελλήνων. Συνεπώς, από πολιτιστικής απόψεως, κατά ένα μεγάλο ποσοστό, η σέρβική (γεωγραφικά) Μακεδονία ήταν ελληνική (πολιτιστικά), πράγμα που δημιουργούσε την ελπίδα πως θα ήταν δυνατό κάποτε να γίνει και γεωγραφικά ελληνική.

Όμως, με τον καθορισμό των συνόρων το 1913, οι ελληνικοί πληθυσμοί της Βουλγαρίας και της Σερβίας και οι σλαβικοί της Ελλάδας, είτε ανταλλάσσονται, είτε περνούν σιγά σιγά απ’ την άλλη πλευρά των συνόρων. Επί Οθωμανών, όλοι αυτοί ζούσαν σε μια ενιαία περιοχή, που ήταν τούρκικη. Με την μετακίνηση των πληθυσμών, το εθνολογικό πρόβλημα, εν πολλοίς αλλά όχι εντελώς, λύνεται αυτόματα, όπως γίνεται πάντα όταν προκύπτουν καινούργια σύνορα. Που, λίγο ως πολύ, είναι πάντα αυθαίρετα, γιατί είναι αδύνατο να χωριστεί ένας τόπος με ακρίβεια, βάσει εθνολογικών δεδομένων. Άλλωστε, πρόβλημα συνόρων προκύπτει μόνο όταν μια εθνότητα οργανώσει το δικό της κράτος, όπως έχει δικαίωμα βάσει του Διεθνούς Δικαίου, πράγμα που, ωστόσο, μπορεί να μην το διεκδικήσει ποτέ. (Η έννοια κράτος είναι νομική, η έννοια έθνος είναι πολιτιστική, η έννοια χώρα είναι γεωγραφική).

Το πρόβλημα, λοιπόν, με το όνομα Μακεδονία υπάρχει απ’ το 1913 και όχι απ’ το 1945 που ο Τίτο εγκαθίσταται στην εξουσία και, για λόγους δικής του πολιτικής σκοπιμότητας, δημιουργεί την Ομόσπονδη Δημοκρατία της Μακεδονίας, που μέχρι τότε ήταν περιφέρεια της Σερβίας και από πολλούς λεγόταν Μακεδονία. Οι Έλληνες δημαγωγοί ψεύδονται ασύστολα όταν λεν πως δεν μπορούσαν να θέσουν θέμα ονόματος ούτε το 1945 ούτε αργότερα. Διότι, λέει, ο Τίτο ήταν και κομμουνιστής και δικτάτωρ. Και διότι, επιπροσθέτως, ήταν ένας φιλοδυτικός που έπρεπε να τον καλοπιάνουμε και να του κάνουμε τα χατίρια, έτσι που μπήκε καρφί στο μάτι του Στάλιν.

Όμως, ξέρετε γιατί δεν μπήκε θέμα ονόματος τότε; Διότι η Ελλάδα, όπως και η Δύση άλλωστε, πίστευε πως τα κομμουνιστικά καθεστώτα όπου νάναι είτε καταρρέουν, είτε διαλύονται με επέμβαση έξωθεν, οπότε μια ανακατανομή των εδαφών στην περιοχή, σε όφελος της Ελλάδας, ήταν πολύ πιθανή. Δηλαδή, απ’ το 1945 και μετά η ελληνική διπλωματία σιωπά για το όνομα Μακεδονία ακριβώς για τον ίδιο λόγο που σιωπούσε από το 1913 μέχρι το 1945.

Πάντα καιροσκόποι οι Έλληνες διπλωμάτες και πάντα ανίκανοι να χαράξουν πολιτική που να ξεπερνάει πρόβλεψη εξαμήνου, κάνουν την πάπια και περιμένουν τις εξελίξεις. Που ήρθαν αλλά πάρα πολύ καθυστερημένα. Και το σημαντικότερο, με μια διαφοροποίηση των πρώην κομμουνιστικών καθεστώτων από μέσα κι όχι απ’ έξω. Δηλαδή, όχι με μια άμεση επέμβαση των δυτικών, οπότε αυτοί θα μπορούσαν να επιβάλουν όρους και να κάνουν περίπου ό,τι θέλουν με την ανακατανομή των εδαφών, όπως γίνεται πάντα με τους νικητές, αλλά με μια καπιταλιστική διαφοροποίηση των πρώην κομμουνιστικών χωρών.

Τώρα τα πράγματα γίνονται δύσκολα για τους δυτικούς. Που τρέχουν να επωφεληθούν κατ’ αρχήν διά της διπλωματικής οδού και μετά, διά της στρατιωτικής. Μπορεί τα πράγματα να διαφοροποιηθούν κυρίως διά της στρατιωτικής οδού στο προσεχές μέλλον, αλλά προς το παρόν βρισκόμαστε στο κλασικό στάδιο του καθορισμού ζωνών επιρροής στην ευρύτατη περιοχή των πρώην σοσιαλιστικών χωρών. Όσο για την Ελλάδα, αυτή περιμένει τον επόμενο ενδοκαπιταλιστικό πόλεμο για να πάρει κανένα κοψίδι δίκην δώρου για την, μάλλον συμβολική συμμετοχή της σ’ αυτόν. Που, βέβαια, δεν είναι για αύριο, είναι για μετά το 2000 υποθέτω.

Θα πείτε ίσως, πώς θα ήταν δυνατό να προβλέψει η ελληνική διπλωματία τις εξελίξεις στη Γιουγκοσλαβία; Το πρόβλημα είναι σχετικά απλό, με την προϋπόθεση πως οι διπλωμάτες μας θα μπορούσαν να ερμηνεύσουν την ιστορία της Γιουγκοσλαβίας με τα εθνολογικά και ιστορικά δεδομένα ενός κράτους κατά το μάλλον ή ήττον τεχνητού, που προέκυψε το 1918, κατ’ αρχήν ως βασίλειο των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων που μόνο το 1929 θα πάρει το όνομα Γιουγκοσλαβία. Που, άλλωστε, το σοφίστηκαν Γερμανοί και όχι Γιουγκοσλάβοι ιστορικοί. Και που σημαίνει Νοτιοσλαβία, δηλαδή χώρα των Νότιων Σλάβων. Αυτό το όνομα το επεξεργάστηκαν εθνολογικά και ιστορικά πρώτοι οι Κροάτες απ’ τους Νότιους Σλάβους, στην προσπάθειά τους να αποδείξουν πως όλοι οι σλάβικοι πληθυσμοί της περιοχής πρέπει να ενωθούν σε ένα κράτος, προκειμένου να γλυτώσουν από τις εναλλασσόμενες κατακτήσεις της Κροατίας και της Σλοβενίας κυρίως από τους γείτονες κεντροευρωπαίους.

Όμως οι Νότιοι Σλάβοι (Γιουγκοσλάβοι) δεν είναι μια σαφής, ενιαία εθνότητα, είναι μια ομάδα υποεθνοτήτων, που οι σλαβολόγοι τους λεν έτσι για να τους ξεχωρίζουν από τους ανατολικούς (Ρώσοι κ.λπ.) και από τους κεντρώους, ή βορειοδυτικούς Σλάβους (Τσεχοσλοβάκοι, Πολωνοί). Δεν υπήρξε ποτέ στην περιοχή αυτή ενιαία εθνική συνείδηση, και τα προβλήματα φάνηκαν με τη δημιουργία της Γιουγκοσλαβίας. Που ευθύς αμέσως υποχρεώνεται να καταφύγει στη βασιλική δικτατορία για να διατηρήσει τη συνοχή της, που παίζονταν κάθε μέρα, κυρίως εξαιτίας των αποσχιστικών τάσεων των Κροατών, δηλαδή αυτών ακριβώς που έκαναν τα περισσότερα για την ένωση των Νότιων Σλάβων. Στους οποίους εντελώς λανθασμένα συναριθμούσαν οι φρέσκοι τότε Γιουγκοσλάβοι και τους Βούλγαρους, που όμως την κοπάνησαν απ’ τις διασκέψεις πριν παρθούν οι τελικές αποφάσεις για την ένωση των Νότιων Σλάβων σε ένα ενιαίο κράτος υπό το όνομα Γιουγκοσλαβία (Νοτιοσλαβία).

Τη δικτατορία του βασιλιά, που θα πληρώσει με τη ζωή του την ένωση των Νότιων Σλάβων, διαδέχεται ατάκα η δικτατορία του Τίτο. Μετά το θάνατό του όλοι πια ξέρουν πως η Γιουγκοσλαβία θα διαλυθεί. Και όλοι πλην των Ελλήνων σχεδιάζουν την πολιτική τους πολύ έγκαιρα με βάση τη σίγουρη διάλυση. Που η Ελλάδα, απλώς την απεύχεται. Ίσως να έγιναν και δεήσεις για να βάλει ο Θεός (των Ελλήνων) το χέρι του ώστε να προκόψει καμιά μετατιτοϊκή στρατιωτική δικτατορία. Αλλά, δυστυχώς για την ελληνική διπλωματία, δεν προέκυψε. Για την ελληνική διπλωματία προέκυψε το διπλωματικό πρόβλημα του ονόματος! Που η ίδια δημιούργησε. Αν όχι απ’ το 1913 που η Σερβία ενσωματώνει την περιοχή των Σκοπιών, αν όχι απ’ το 1918 που εμφανίζεται η ένωση, τουλάχιστον απ’ το 1929 που εμφανίζεται το όνομα Γιουγκοσλαβία και μαζί του η δικτατορία, η ελληνική διπλωματία, αν υπήρχε, θα έπρεπε να ξέρει πως η Γιουγκοσλαβία θα καταρρεύσει μαζί με τη δικτατορία, είτε τη βασιλική, είτε την τιτοϊκή.

Άλλωστε, όλος ο κόσμος ήξερε πως τα Σκόπια δεν είναι Γιουγκοσλα-βία, είναι Βουλγαρία κατ’ ουσίαν, και συνεπώς θά δημιουργηθεί εκεί μια ιδιάζουσα κατάσταση μετά την κατάρρευση της Γιουγκοσλαβίας. Η Σερβία ούτε καν κουνήθηκε να περισώσει τα Σκόπια. Και έτσι, οι Σκοπιανοί δεν ξέμειναν μόνο από προστάτη, όπως ήταν ο Σέρβος βασιλιάς ή ο Τίτο, ξέμειναν και από όνομα. Το όνομά τους είναι η ψυχή τους! Διότι οι πολλές εθνότητες (Σέρβοι, Αλβανοί, Βούλγαροι, Έλληνες) που κατοικούν στην περιοχή θα βολεύονταν μόνο κάτω από ένα «εθνικό» όνομα που κατ’ ουσίαν θα ήταν γεωγραφικό. Δώστους, λοιπόν, ένα ενοποιητικό των ποικίλων εθνοτήτων γεωγραφικό όνομα και πάρτους το βρακί.

Να γιατί οι Ευρωπαίοι θα ήθελαν να τους κάνουν δώρο ένα ηχηρό όνομα. Για να μη συνεχιστεί η πολυδιάσπαση της πρώην Γιουγκοσλαβίας και όσον αφορά τις επιμέρους πρώην ομόσπονδες και νυν αυτόνομες δημοκρατίες».

(ΠΗΓΗ : http://www.koutipandoras.gr/article/basilhs-rafahlidhs-h-ellhnikothta-ths-makedonias-kai-oi-skopianoi   )

Τα όρια ηλικίας για όσες γυναίκες είναι ασφαλισμένες στο ΙΚΑ (πίνακες)

Τα όρια ηλικίας του ΙΚΑ προβλέπουν συντάξεις ακόμη και στα 55, τα 56 και τα 58 χρόνια για τις γυναίκες ασφαλισμένες.

Χιλιάδες γυναίκες με ασφάλιση στο ΙΚΑ μπορούν να εκμεταλλευτούν τις διατάξεις για συνταξιοδότηση πριν τα 62 ή τα 67 έτη.

Σύμφωνα με δημοσίευμα της ιστοσελίδας newsit, ακόμη και όσες γυναίκες είχαν 15 έτη έτη ασφάλισης και ήταν 55 ετών ως τις 18/8/2010 και είχαν 100 ένσημα κάθε έτος από το 2005 ως το 2009 μπορούν να βγουν σε σύνταξη στο 60ο έτος. Οι γυναίκες που ήταν 55 ετών το 2011 μπορούν να βγουν σε μειωμένη σύνταξη στα 56 τους έτη αρκεί να έχουν 4.500 ένσημα εκ των οποίων 100 ανά έτος την την τελευταία πενταετία.

Πλήρη σύνταξη μπορούν να πάρουν από τα 61 τους χρόνια όσες γυναίκες ήταν 60 ετών το 2011 και είχαν 4.500 ένσημα.

7

(ΠΗΓΗ :   http://www.topontiki.gr/article/289901/ta-oria-ilikias-gia-oses-gynaikes-einai-asfalismenes-sto-ika-pinakes   )

Συντάξεις: Ποιοι φεύγουν πριν τα 67 με πλήρη σύνταξη στα 60 και τα 62 – Τα νέα όρια ηλικίας σε Δημόσιο – ΙΚΑ – ΔΕΚΟ

Είναι χιλιάδες εκείνοι που μπορούν να εκμεταλλευτούν τις διατάξεις του νόμου και να βγουν σε πλήρη ή πρόωρη σύνταξη ακόμη και 12 ή και 15 έτη νωρίτερα από ό,τι προβλέπει ο νέος νόμος.

Σύμφωνα με το newsit.gr τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης διαμορφώνονται σε μεγάλο βαθμό από την ημερομηνία πρόσληψης, τον αριθμό των ετών υπηρεσίας αλλά και τα τέκνα για τις γυναίκες. Μέσα στα επόμενα τέσσερα χρόνια υπάρχουν χιλιάδες εργαζόμενοι σε Δημόσιο, ΔΕΚΟ, τράπεζες και ασφαλισμένοι σε Ειδικά Ταμεία που μπορούν να αποχωρήσουν πολύ νωρίτερα από τα 67 έτη γλιτώνοντας ως και 15 έτη εργασίας.

Δημόσιο:

Με 37 έτη και πρόσληψη μετά το 1983 ή ένσημα προ του 1983 εκτός Δημοσίου

Έτη υπηρεσίας Ηλικία συνταξιοδότησης
37 (31/12/15) 55,11
37 το 2016 56,9
37 το 2017 57,8
37 το 2018 58,6
37 το 2019 59,5
37 το 2020 60,3
37 το 2021 61,2
37 το 2022 62 (με 40 έτη)

Με 25 έτη ως το 2010 και 35 έτη στο σύνολο ή με 25 έτη το 2011 και 36 έτη στα 58 (πρόσληψη μετά το 1983).

Με 35-36 έτη υπηρεσίας και ηλικία 58 έτη Όριο ηλικίας συνταξιοδότησης
Έως 31/12/2015 58,6
το 2016 59
το 2017 59,6
το 2018 60
το 2019 60,6
το 2020 61
το 2021 61,6
το 2022 62 με 40 έτη υπηρεσίας

Με 25 έτη το 2012 και 37 στο σύνολο (πρόσληψη μετά το 1983)

Με 37 έτη υπηρεσίας και ηλικία 59 ετών Όριο ηλικίας συνταξιοδότησης
Έως 31/12/15 59,5
το 2016 59,9
το 2017 60,2
το 2018 60,6
το 2019 60,11
το 2020 61,3
το 2021 61,8
το 2022 62 με 40 έτη υπηρεσίας

Μητέρες σε ταμεία ΔΕΚΟ και τραπεζών με ασφάλιση ως το 1992 (πλήρης σύνταξη).

Με ανήλικο και 25 έτη το 2011

Ηλικία 52

Πλήρης σύνταξη
Έως 18/8/2015  52
Έως 31/12/15  55
το 2016  56,9
το 2017  58,5
το 2018  60,2
το 2019  61,1
το 2020  63,7
το 2021  65,3
το 2022  67

Μητέρες με ανήλικο και 25 έτη μετά το 2012.

Ηλικία 55 Πλήρης σύνταξη
Έως 18/8/2015 55
Έως 31/12/15 56,6
το 2016 58
το 2017 59,6
το 2018 61
το 2019 62,6
το 2020 64
το 2021 65,6
το 2022 67

Μητέρες ασφαλισμένες στο Ταμείο Νομικών

Με ανήλικο και 21,6 έτη το 2010 και ηλικία 50 ετών Ηλικία συνταξιοδότησης
Έως 18/8/2015 50
Έως 31/12/15 55
το 2016 56,9
το 2017 58,5
το 2018 60,2
το 2019 61,1
το 2020 63,7
το 2021 65,3
το 2022 67

 

Με ανήλικο και 22 έτη το 2011 και ηλικία 55 ετών Ηλικία συνταξιοδότησης
Έως 18/8/2015 55
Έως 31/12/15 56,6
το 2016 58
το 2017 59,6
το 2018 61
το 2019 62,6
το 2020 64
το 2021 65,6
το 2022 67

 

Όσοι συμπλήρωσαν στο διάστημα από 19/8 έως 31/12/2015 την ηλικία των 55 έως 60 ετών αποχωρούν με τα νέα όρια ηλικίας έως το τέλος του 2016, για πλήρη σύνταξη, ενώ για μειωμένη έχουν το δικαίωμα να αποχωρήσουν ανά πάσα στιγμή.

Ο χρόνος ασφάλισης που θα πρέπει να έχουν έως το 2012 είναι από 15 έως 35 έτη, που αναγνωρίζεται με εξαγορά μέχρι 4 και 5 πλασματικών ετών.

Όσοι είχαν τις ηλικίες έως 60 ετών μέχρι 18/8/2015 και αναγνωρίζουν πλασματικούς χρόνους ώστε να θεμελιώσουν δικαίωμα εντός του 2016 μπορούν επίσης να υποβάλουν αίτηση συνταξιοδότησης, είτε φέτος ,είτε στα επόμενα χρόνια χωρίς να επηρεαστούν από τα νέα όρια ηλικίας.

Με αίτηση έως το τέλος του 2016 η σύνταξη θα υπολογιστεί με βάση το μέσο όρο των αποδοχών τους από το 2002 έως το 2016.

Τα όρια συνταξιοδότησης στο Δημόσιο

Για όσους έχουν προσληφθεί μετά το 1983 και συμπλήρωσαν 25 έτη ως το 2010:

Κατηγορία Χρόνος ασφάλισης Ηλικία για πλήρη σύνταξη ως 18/8/2015 Ηλικία για μειωμένη σύνταξη ως 18/8/2015 Συνολικός χρόνος ασφάλισης ως 18/8/2015 για συνταξιοδότηση χωρίς όριο ηλικίας Ηλικία συνταξιοδότησης 2016 με συνολικό χρόνο ασφάλισης ως 31/12/2015
Γυναίκες με ανήλικο 25 έτη ως το 2010 50 ετών Δεν προβλέπεται 37 έτη 55,11 ετών
Γυναίκες χωρίς τέκνα ή με ενήλικα τέκνα 25 έτη από ’98 ως 2001 58,6 ως 60 ετών 55 ετών 37 έτη 55,11 ετών
Γυναίκες με ανάπηρο παιδί ή σύζυγο 25 έτη ως το 2010 50 ετών Δεν προβλέπεται 37 55,11 ετών
Άνδρες 25 έτη ως το 2010 60,6 ως 65 ετών 60 ετών 37 έτη  
Εκπαιδευτικοί 25 έτη ως το 2010 και 30 συνολικά 60 ή 60,11 ως το τέλος του 2016 Δεν προβλέπεται 37 έτη  
Τρίτεκνες γυναίκες 15 έτη 65 ετών Δεν προβλέπεται 20 έτη  
Άνδρες και γυναίκες με 35ετια 35 έτη 58 Δεν προβλέπεται 37 έτη  

Για όσους έχουν προσληφθεί μετά το 1983 και συμπλήρωσαν 25 έτη το 2011 και το 2012:

Κατηγορία ασφαλισμένων Ηλικία που συμπληρώθηκε από 19/8/2015 ως 31/12/2015 Ηλικία για πλήρη σύνταξη με αίτηση από 2016 και μετά Ηλικία για μειωμένη σύνταξη με αίτηση από 2016 και μετά
Γονείς με 25 έτη το 2011 και ανήλικο παιδί 52 ετών 55 ετών Δεν προβλέπεται
Γονείς με ανήλικο παιδί το 2012 και ανήλικο παιδί 55 ως 55,4 ετών 56,6 ετών Δεν προβλέπεται
Ασφαλισμένοι με 25 έτη το 2011 (μειωμένη) 56 ως 56,4 ετών 57,5 ετών
Ασφαλισμένοι με 25 έτη το 2012(πλήρης) 61 ως 61,4 ετών 61,9 ετών
Ασφαλισμένοι με 25 έτη ως το 2012 (μειωμένη) 58 ως 58,4 ετών 59,2 ετών
Ασφαλισμένοι με 25 έτη το 2011 (πληρης) 63 ως 63,4 ετών 63,6 ετών
Ασφαλισμένοι με 35 έτη ως το 2016 με εξαγορά πλασματικών 58 ετών 58,6 ετών Δεν προβλέπεται
Ασφαλισμένοι με 37 έτη ως το 2016 με εξαγορά πλασματικών 59 ετών 59,5 ετών Δεν προβλέπεται
Γονείς με τρία παιδιά και 25 έτη το 2012 55 ως 55,4 ετών 56,6 ετών Δεν προβλέπεται

(ΠΗΓΗ : http://www.topontiki.gr/article/269770/syntaxeis-poioi-feygoyn-prin-ta-67-me-pliri-syntaxi-sta-60-kai-ta-62-ta-nea-oria)

Aldo Naouri – Όρια στην παιδική παντοδυναμία

Τα σημερινά παιδιά δεν πάνε καλά. Μπορεί να είναι υγιέστερα, αλλά είναι υπερκινητικά, έχουν προβλήματα στο σχολείο και δυσκολεύονται να αυτονομηθούν. Τι φταίει; Ο υπερβολικός φιλελευθερισμός στο σπίτι, απαντά ο πιο γνωστός παιδίατρος της Γαλλίας.

Δύο γεγονότα, καθ΄ όλα ευπρόσδεκτα, άλλαξαν κατά τη δεκαετία του ΄70 τον ρόλο των παιδιών στις δυτικές κοινωνίες.

Το ένα ήταν η επικράτηση της αντισύλληψης: το παιδί, προϊόν πλέον απόφασης και όχι τύχης, τοποθετήθηκε στην κορυφή του οικογενειακού οικοδομήματος.

Το άλλο ήταν η μετάβαση από την κοινωνία των στερήσεων στην κοινωνία της αφθονίας. Πριν από τη δεκαετία του ΄70, το κυρίαρχο μήνυμα της ανατροφής ήταν: «Δεν μπορείς να τα έχεις όλα».

Σήμερα, τα παιδιά μαθαίνουν όχι μόνο πώς μπορούν, αλλά πώς δικαιούνται κιόλας να τα έχουν όλα. Η αίσθηση της ματαίωσης, ουσιώδης για την ανάπτυξή τους, έχει εξαφανιστεί. Με την έννοια αυτή, τα παιδιά των μεσαίων τάξεων είναι πιο «κακομαθημένα» από εκείνα των πλουσίων.

Αυτά λέει στο περιοδικό Le Ρoint ο παιδίατρος Αλντό Ναουρί, που προκαλούσε πάντα θόρυβο με τα βιβλία του, είτε επέκρινε το δικαίωμα του μωρού να τρέφεται όποτε θέλει είτε καταδίκαζε την παντοδυναμία των μητέρων.

Με το βιβλίο του με τον τίτλο «Εκπαιδεύοντας τα παιδιά μας» (εκδ. Οdile Jacob), ζητά από τους γονείς να ξεχάσουν την ψυχανάλυση και την ψυχοκινητική αγωγή των παιδιών τους και να αναλάβουν ξανά τον ρόλο τους στο σπίτι.

Το θεμέλιο της εξουσίας τους τονίζει- δεν είναι η οργή ούτε βέβαια το ξύλο, αλλά η ιεραρχία και η επίγνωση αυτής της ιεραρχίας. Το παιδί αξίζει τον σεβασμό των γονιών του, αλλά δεν είναι ίσο μ΄ αυτούς. Και το μεγαλύτερο κακό που μπορούν να του κάνουν είναι να φοβούνται μήπως το «τραυματίσουν». Κάπως έτσι φτάσαμε να βλέπουμε οκτάχρονα παιδιά με μπιμπερό ή με πιπίλα…

Ο Ναουρί τα έχει- ξανά!- κυρίως με τις μητέρες. Μπροστά στην τεράστια μητρική και επαγγελματική πίεση που δέχονται, λέει, βρήκαν έναν απλό τρόπο να θεραπεύσουν τον ναρκισσισμό τους: τέθηκαν στην υπηρεσία των παιδιών τους.

Η εργαζόμενη μητέρα νομίζει πως επειδή λείπει αρκετές ώρες από το σπίτι πρέπει το βράδυ να «επανορθώσει», ενώ θα έπρεπε να γνωρίζει ότι πέντε λεπτά μετά την επιστροφή της το μωρό αισθάνεται σαν να μην είχε φύγει ποτέ από κοντά του. Ο πατέρας, από την πλευρά του, επενδύει πλέον πολύ περισσότερο χρόνο στα παιδιά του από παλιά, αλλά η θέση του δεν αναγνωρίζεται ούτε από τη μητέρα ούτε από την κοινωνία. Δεν είναι αρκετή μια πατρική άδεια δεκαπέντε ημερών. Πρέπει να γίνει αποδεκτός ο διαλεκτικός του ρόλος στην εκπαίδευση: να ενθαρρύνει τη θηλυκότητα της μητέρας και να «σπάσει» την αποκλειστική της σχέση με το παιδί.

Ο 70χρονος παιδίατρος δεν έχει καμιά αμφιβολία: η κυριότερη ένδειξη καλής ανατροφής ενός παιδιού είναι η ηρεμία του.

Για πολλούς οι θέσεις του γάλλου παιδιάτρου Αλντό Ναουρί είναι αιρετικές: προτρέπει τις μαμάδες να πάψουν να “ασκούν γοητεία” στα παιδιά τους, τους μπαμπάδες να μην αρκούνται στο ρόλο του παρατηρητή, και τους δύο γονείς να δώσουν έμφαση στη μεταξύ τους σχέση.

Στηλιτεύει τη “γλυκερή ψευδοστοργή” των σημερινών γονιών, που δεν διαπαιδαγωγεί αλλά συντηρεί την αίσθηση της παιδικής παντοδυναμίας υπονομεύοντας το μέλλον.

Στη σύγχρονη επιταγή “Μπορείς και δικαιούσαι να τα έχεις όλα” ο Αλντό Ναουρί αντιτάσσει: “Δεν μπορείς να τα έχεις όλα, αλλά μπορείς να παλέψεις για να έχεις όσο το δυνατόν περισσότερα”.

Στα συνεχή “ναι” των γονιών που διαλύουν τον ατομικό ψυχισμό και τον κοινωνικό ιστό αντιπαραβάλλει ένα “όχι” που καταφάσκει στη ζωή!

(ΠΗΓΗ : http://tvxs.gr/news/paideia/aldo-naouri-oria-stin-paidiki-pantodynamia)

Ξεπερνά τα όρια ο Έρντογάν – Με ποιες ποινές κινδυνεύουν οι Έλληνες στρατιωτικοί

Δικαστική πηγή σύμφωνα με την οποία υπάρχουν αδιάσειστα στοιχεία ότι οι δύο Έλληνες αξιωματικοί που κρατούνται στις φυλακές της Αδριανούπολης, διέπραξαν τις παράνομες πράξεις για τις οποίες κατηγορούνται, επικαλείται το τουρκικό πρακτορείο, Anadolou.

Μάλιστα, σύμφωνα πάντα με τη δικαστική πηγή που επικαλείται το πρακτορείο, η τιμωρία που προβλέπεται για τις παράνομες πράξεις που φέρονται να έχουν διατελέσει, είναι 5 χρόνια φυλακή.

Το Anadolou φιλοξενεί τις πληροφορίες που έχει από τη δικαστική πηγή, σε δημοσίευμα που αφορούσε την απόρριψη του αιτήματος αποφυλάκισης των δύο Ελλήνων αξιωματικών.

Όπως αναφέρει, το δικαστήριο έκρινε τη συνέχιση της κράτησής του καθώς δεν έχουν μόνιμη άδεια παραμονής στην Τουρκία και θα μπορούσαν να τραπούν σε φυγή μετά την απελευθέρωσή τους.

Αξίζει να σημειωθεί, ότι στο τέλος του δημοσιεύματος, το Anadolou υπενθυμίζει ότι οι Έλληνες αξιωματικοί κρατούνται μετά από «ακούσια», παραβίαση των συνόρων στη Βορειοδυτική Τουρκία, χρησιμοποιώντας εισαγωγικά στη λέξη, ακούσια.

(ΠΗΓΗ: ΕΦΗΜ.ΝΕΑ ΣΕΛΙΔΑ https://neaselida.gr/ellada/kseperna-ta-oria-o-erntogan/)

Κασπάροφ – Καρπόφ πέρα απ’ τα όρια της ανθρώπινης αντοχής: Το ματς του αιώνα που δεν έληξε ποτέ

Χωρίς το παραμικρό διάλειμμα, ο παγκόσμιος τίτλος στο σκάκι ήταν αποκλειστικά υπόθεση των Σοβιετικών για περίπου τέσσερις δεκαετίες, έως και το «φιάσκο» του Ρέικιαβικ.

Εως και την εμφάνιση δηλαδή ενός… παράφρωνα Αμερικανού, του θρυλικού Μπόμπι Φίσερ, που παραμέρισε το σφυροδρέπανο για να καρφώσει στη σκακιέρα την αστερόεσσα, συντρίβοντας με 12½ -8½ τον κάτοχο του τίτλου Μπόρις Σπάσκι στην ισλανδική πρωτεύουσα. Σε μια εποχή που η αντιζηλεία ΗΠΑ-ΕΣΣΔ παρέμενε στα όρια της ψύχωσης, η μονομαχία για την παγκόσμια κυριαρχία ακόμα και στο σκάκι είχε αναχθεί σε μείζον διακύβευμα στη διελκυστίνδα του Ψυχρού Πολέμου.

Για τους Αμερικανούς, που γνώριζαν τη δυναμική του Φίσερ, η αναμέτρηση τιτλοφορήθηκε ως το «ματς του αιώνα». Για τους Σοβιετικούς η ήττα σε αυτό που ήταν κάτι σαν το εθνικό τους σπόρ αποτέλεσε ένα βαρύτατο πλήγμα κύρους. Ο άνθρωπος που θα αντιμετώπιζε τον Φίσερ θα έπρεπε να αποκαταστήσει την… τιμή της χώρας.

Το άστρο του Ανατόλι Καρπόφ ανέτειλε την κατάλληλη στιγμή. Αν και μόλις 24 ετών έμοιαζε έτοιμος, καθώς η ραγδαία εξέλιξη του τον οδηγούσε στους προκριματικούς του παγκοσμίου πρωταθλήματος. Στον ημιτελικό των διεκδικητών νίκησε τον Σπάσκι και στον τελικό τον σπουδαίο Βίκτορ Κορτσνόι, παίρνοντας το χρίσμα για τη μεγάλη αναμέτρηση του 1975.

Ο Φίσερ όμως δεν εμφανίστηκε ποτέ σε αυτήν. Διαφωνώντας με το σύστημα που όρισε η παγκόσμια ομοσπονδία για την ανάδειξη του πρωταθλητή, παραιτήθηκε από την υπεράσπιση του τίτλου και ο Καρπόφ έγινε ο πρώτος σκακιστής στην ιστορία που πάτησε κορυφή χωρίς να κουνήσει κομμάτι.

Τα επόμενα εννιά χρόνια βέβαια ο Καρπόφ απέδειξε ότι δεν είχε αντίπαλο, με τη… βοήθεια του Μπόμπι Φίσερ που δεν έβαλε νερό στο κρασί του, παραμένοντας εκτός αγωνιστικής δράσης. Αναδείχτηκε ξανά και ξανά πρωταθλητής Σοβιετικής Ένωσης, ενώ υπερασπίστηκε δις τον παγκόσμιο τίτλο του απέναντι στον Κορτσνόι: το 1978 οριακά (6-5) και το 1981 διά περιπάτου (6-2).

Οι προκριματικοί του παγκόσμιου πρωταθλήματος του 1984 είχαν την ιδιαιτερότητα του νέου συστήματος διεξαγωγής, που θα διαρκούσε μια διετία. Και όχι μόνο. Είχαν και την καινοτομία να εξελιχθεί σε απόλυτος κυρίαρχος ένας παίκτης που έως και λίγα χρόνια πριν ουδείς γνώριζε την ύπαρξη του. Λογικό, αφού όταν ξεκίνησαν οι αγώνες για την ανάδειξη του διεκδικητή (1982) ήταν μόλις 19. Το όνομα αυτού Γκάρι Κασπάροφ.

Ο πιτσιρικάς είχε εισβάλλει σαν «οδοστρωτήρας» στην σκακιστική ελίτ. Το 1980 αναδείχτηκε παγκόσμιος πρωταθλητής εφήβων και μέχρι το 1982

Continue reading “Κασπάροφ – Καρπόφ πέρα απ’ τα όρια της ανθρώπινης αντοχής: Το ματς του αιώνα που δεν έληξε ποτέ”