Βασίλης Ραφαηλίδης: Να, λοιπόν, γιατί είναι απολύτως αδύνατο να οριστούν τα γεωγραφικά όρια της Μακεδονίας

Ένα επίκαιρο κείμενο του Βασίλη Ραφαηλίδη, απόσπασμα από το βιβλίο οι Λαοί των Βαλκανίων, στο οποίο επιχειρεί μία ερμηνεία της ελληνικότητας της Μακεδονίας και της θέσης των Σκοπιανών.

«Από ιστορικής απόψεως, την ελληνικότητα της Μακεδονίας δεν την αμφισβήτησε ποτέ κανείς στα σοβαρά. Το αρχαίο και ένδοξο κράτος των Μακεδόνων ήταν όντως ελληνικό. Αυτό που αμφισβητούν οι Σκοπιανοί είναι το δικαίωμα της μονοχρησίας του ονόματος Μακεδονία.

Δηλαδή του ονόματος μιας περιοχής τα σαφή γεωγραφικά και εθνολογικά όρια της οποίας είναι απολύτως αδύνατο να καθοριστούν, δεδομένου ότι οι αρχαίοι λαοί δεν είχαν σύνορα, με τη νομική έννοια που έχει ο όρος σήμερα.

Στην αρχαιότητα, τα σύνορα ήταν πάντα φυσικά: αδιάβατοι ποταμοί, απάτητα όρη και πάσης φύσεως φυσικά εμπόδια, που υποχρέωναν τους λαούς να αναπτύξουν τις πολιτιστικές τους ιδιομορφίες, και συνεπώς να εμφανιστούν ως ευδιάκριτες εθνότητες, κατ’ αρχήν εντός φυσικά καθορισμένων γεωγραφικών ορίων, απ’ τα οποία θα μπορούσαν, βέβαια, να ξεφύγουν με τους αποικισμούς και τις μεταναστεύσεις, αλλά όταν ήδη η εθνική συνείδηση είχε ήδη διαμορφωθεί στην αρχική εθνική κοιτίδα. Αν αυτό δε συμβεί, τότε μια ομάδα μεταναστών ή αποίκων, δημιουργεί καινούργια, δική της εθνική συνείδηση.

Όπου τα φυσικά εμπόδια δεν αποτελούσαν πρόβλημα είτε γιατί δεν υπήρχαν καν είτε γιατί η πείνα, η επιμονή, ή η ανάπτυξη του πολιτισμού τα καταργούσαν εύκολα, τα σύνορα ήταν εκεί που ήταν οι φρουροί των συνόρων: Οι Βόλχοι (Βλάχοι) κατά τα ύστερα χρόνια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, οι Ακρίτες στη διάρκεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, οι Κοζάκοι στη Ρωσική Αυτοκρατορία των Τσάρων. Αν οι φρουροί των συνόρων υποχωρούσαν, υποχωρούσαν μαζί τους και τα σύνορα. Η νομική έννοια των συνόρων, δηλαδή οι συμφωνίες που γίνονται ανάμεσα σε γειτονικά κράτη για το πού τελειώνει το ένα και πού αρχίζει το άλλο και η συνακόλουθη χάραξη διαχωριστικών γραμμών επί του χάρτου, είναι υπόθεση πάρα πολύ μεταγενέστερη.

Να, λοιπόν, γιατί είναι απολύτως αδύνατο να οριστούν τα γεωγραφικά όρια της Μακεδονίας. Η ιστορία της περιοχής που φέρει αυτό το ιστορικό όνομα είναι τόσο παλιά και τα φυσικά ή στρατιωτικά της όρια έχουν αλλάξει τόσες πολλές φορές απ’ το 1000 π.Χ. μέχρι σήμερα, που κανείς πια δεν ξέρει τι είναι και τι δεν είναι Μακεδονία από γεωγραφικής και εθνολογικής απόψεως. Άλλα ήταν τα όριά της και οι λαοί της επί Φιλίππου, άλλα επί Μεγάλου Αλεξάνδρου, άλλα στα χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, άλλα στα χρόνια της τουρκικής κατάχτησης, άλλα στην πριν τη λήξη των Βαλκανικών Πολέμων (1913) περίοδο, και άλλα σήμερα. Όπως όλα τα σύνορα, αλλά περισσότερο απ’ όλα στην Ευρώπη αυτά της Μακεδονίας είναι εξόχως «ελαστικά», και κανείς δεν μπορεί να ξέρει ποια περιοχή θα ονομάζουν Μακεδονία οι γεωγράφοι της τρίτης χιλιετίας που έρχεται.

Τα παραπάνω σημαίνουν πως η σημερινή ελληνική Μακεδονία είναι μέρος μόνο μιας ευρύτερης γεωγραφικής περιοχής, που αναμφισβήτητα περιλαμβάνει και την περιοχή των Σκοπιών, αφού ήταν κι αυτή Μακεδονία, τόσο κατά την ελληνική αρχαιότητα και τη βυζαντινή περίοδο, όσο και κατά την περίοδο της τουρκικής κατοχής των Βαλκανίων.

Συνεπώς, το πρόβλημα δεν είναι να καταλάβουμε τι είναι και τι δεν είναι Μακεδονία από ιστορικής και γεωγραφικής απόψεως (το πρώτο το ξέρουμε, το δεύτερο δε θα το μάθουμε ποτέ με ακρίβεια), αλλά ποιοι είναι και ποιοι δεν είναι Μακεδόνες. Φυσικά, για τους σημερινούς Μακεδόνες της σημερινής ελληνικής Μακεδονίας δε γεννάται πρόβλημα. Είναι Μακεδόνες γιατί είναι Έλληνες και γιατί κατοικούν σε μια περιοχή όπου πάντα υπήρχαν Έλληνες. Η λέξη Έλλην είναι έννοια γένους, όπως θα έλεγε ο Αριστοτέλης. Η λέξη Μακεδών είναι έννοια είδους, πάλι κατά τον Αριστοτέλη. Μ’ άλλα λόγια η έννοια Έλλην είναι ευρύτερη της έννοιας Μακεδών. Δεν είναι όλοι οι Έλληνες Μακεδόνες, αυτό είναι αυτονόητο.

Από πολιτιστικής και όχι γεωγραφικής ή ιστορικής απόψεως, οι Μακεδόνες δεν μπορεί παρά να είναι Έλληνες. Όσοι Μακεδόνες μετέχουν του ελληνικού πολιτισμού, δεν μπορεί παρά να είναι και σήμερα Έλληνες, όπως ήταν πάντα από πολιτιστικής απόψεως, το τονίζω. Συνεπώς, Μακεδόνες δεν είναι αυτοί που κατοικούν σε μια συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, τα όρια της οποίας είναι ευμετάβλητα κατ’ ανάγκην, αλλά αυτοί που μετέχουν σ’ έναν συγκεκριμένο πολιτισμό, που λέγεται μακεδονικός, και που σαν τέτοιος δεν μπορεί παρά να είναι ελληνικός κατά κύριο λόγο.

Όμως, η λέξη Ελλάδα, με μια γεωγραφική έννοια, δεν είναι ούτε έννοια γένους ούτε έννοια είδους σε σχέση με τη λέξη Μακεδονία. Διότι, το είπαμε, καμιά γεωγραφική έννοια δεν παραμένει σταθερή. Αλλά και γιατί κανένας τόπος δεν γεννάει άλλον τόπο, έτσι αυτόματα και ερήμην των ανθρώπων που κατοικούν σ’ αυτόν. Η σημερινή Ελλάδα και η σημερινή ελληνική Μακεδονία, από γεωγραφικής απόψεως δεν είναι όμοιες με τις περιοχές που στην αρχαιότητα ονομάζονταν έτσι. Ενώ δεν έχουμε ιδέα ποια θα είναι η γεωγραφική τους μορφή στο μέλλον. Όμως, ξέρουμε σαφώς τι είναι η ελληνική γλώσσα και ο ελληνικός πολιτισμός.

Και η απόφανσή μας για την ελληνικότητα μιας γεωγραφικής περιοχής δεν μπορεί παρά να γίνεται βάσει πολιτιστικών και όχι γεωγραφικών παραμέτρων. Άλλωστε, από εθνικής απόψεως συμφέρει να χρησιμοποιούμε μόνο τις πολιτισμικές παραμέτρους, διότι κανείς δεν μπορεί να ξέρει μέχρι πού μπορεί να φτάσει στο μέλλον ο ελληνικός πολιτισμός. Εκτός κι αν αναμένουμε παραπέρα συρρίκνωσή του, οπότε για την υποστήριξη των «εθνικών μας συμφερόντων», καταφεύγουμε στα ασταθή γεωγραφικά και τα βλακώδη αιματολογικά επιχειρήματα.

Το όνομα Μακεδονία που χρησιμοποιούν οι Σκοπιανοί για τη Δημοκρατία τους, δεν το πρωτοχρησιμοποίησε ο Τίτο. Μακεδονία ονόμαζαν οι Τούρκοι μια ευρύτατη περιοχή που εκτός της ελληνικής περιλάμβανε και την περιοχή των Σκοπιών, καθώς και ένα κομμάτι της Βουλγαρίας. Από την αρχαιότητα και μέχρι την επιτυχή για τους Έλληνες και τους Σέρβους έκβαση των Βαλκανικών Πολέμων το 1913 δεν υπήρχε πρόβλημα ελληνικής, ή βουλγαρικής, ή σερβικής Μακεδονίας, για τον απλό λόγο πως ολόκληρη αυτή η περιοχή περνάει αδιαλείπτως απ’ τη μία (πολυεθνική) αυτοκρατορία στην άλλη. Από τη Ρωμαϊκή στη Βυζαντινή κι απ’ αυτήν στην Οθωμανική. Οι εν λόγω αυτοκρατορίες δεν είχαν κανέναν λόγο να καθορίσουν είτε τα ιστορικά, είτε τα γεωγραφικά, είτε τα πολιτιστικά όρια αυτής της συγκεκριμένης περιοχής, όπως και οποιασδήποτε άλλης εντός των ορίων τους. Το πρόβλημα, λοιπόν, προέκυψε με τον καθορισμό των συνόρων των βαλκανικών κρατών το 1913, ύστερα απ’ την κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Το κομμάτι της μέχρι τότε ενιαίας, ας την πούμε έτσι, «τουρκικής» Μακεδονίας που πέρασε στη Σερβία το 1913, ονομαζόταν από τότε, είτε Παλαιά Σερβία, είτε Άνω Μακεδονία. Και κανείς Έλληνας τότε δε διαμαρτυρήθηκε για τη χρήση του ονόματος Μακεδονία, προκειμένου για την καινούργια επαρχία της ήδη αυτόνομης Σερβίας. Γιατί στη σέρβική πλευρά ζούσαν ακόμα πάρα πολλές χιλιάδες Ελλήνων. Συνεπώς, από πολιτιστικής απόψεως, κατά ένα μεγάλο ποσοστό, η σέρβική (γεωγραφικά) Μακεδονία ήταν ελληνική (πολιτιστικά), πράγμα που δημιουργούσε την ελπίδα πως θα ήταν δυνατό κάποτε να γίνει και γεωγραφικά ελληνική.

Όμως, με τον καθορισμό των συνόρων το 1913, οι ελληνικοί πληθυσμοί της Βουλγαρίας και της Σερβίας και οι σλαβικοί της Ελλάδας, είτε ανταλλάσσονται, είτε περνούν σιγά σιγά απ’ την άλλη πλευρά των συνόρων. Επί Οθωμανών, όλοι αυτοί ζούσαν σε μια ενιαία περιοχή, που ήταν τούρκικη. Με την μετακίνηση των πληθυσμών, το εθνολογικό πρόβλημα, εν πολλοίς αλλά όχι εντελώς, λύνεται αυτόματα, όπως γίνεται πάντα όταν προκύπτουν καινούργια σύνορα. Που, λίγο ως πολύ, είναι πάντα αυθαίρετα, γιατί είναι αδύνατο να χωριστεί ένας τόπος με ακρίβεια, βάσει εθνολογικών δεδομένων. Άλλωστε, πρόβλημα συνόρων προκύπτει μόνο όταν μια εθνότητα οργανώσει το δικό της κράτος, όπως έχει δικαίωμα βάσει του Διεθνούς Δικαίου, πράγμα που, ωστόσο, μπορεί να μην το διεκδικήσει ποτέ. (Η έννοια κράτος είναι νομική, η έννοια έθνος είναι πολιτιστική, η έννοια χώρα είναι γεωγραφική).

Το πρόβλημα, λοιπόν, με το όνομα Μακεδονία υπάρχει απ’ το 1913 και όχι απ’ το 1945 που ο Τίτο εγκαθίσταται στην εξουσία και, για λόγους δικής του πολιτικής σκοπιμότητας, δημιουργεί την Ομόσπονδη Δημοκρατία της Μακεδονίας, που μέχρι τότε ήταν περιφέρεια της Σερβίας και από πολλούς λεγόταν Μακεδονία. Οι Έλληνες δημαγωγοί ψεύδονται ασύστολα όταν λεν πως δεν μπορούσαν να θέσουν θέμα ονόματος ούτε το 1945 ούτε αργότερα. Διότι, λέει, ο Τίτο ήταν και κομμουνιστής και δικτάτωρ. Και διότι, επιπροσθέτως, ήταν ένας φιλοδυτικός που έπρεπε να τον καλοπιάνουμε και να του κάνουμε τα χατίρια, έτσι που μπήκε καρφί στο μάτι του Στάλιν.

Όμως, ξέρετε γιατί δεν μπήκε θέμα ονόματος τότε; Διότι η Ελλάδα, όπως και η Δύση άλλωστε, πίστευε πως τα κομμουνιστικά καθεστώτα όπου νάναι είτε καταρρέουν, είτε διαλύονται με επέμβαση έξωθεν, οπότε μια ανακατανομή των εδαφών στην περιοχή, σε όφελος της Ελλάδας, ήταν πολύ πιθανή. Δηλαδή, απ’ το 1945 και μετά η ελληνική διπλωματία σιωπά για το όνομα Μακεδονία ακριβώς για τον ίδιο λόγο που σιωπούσε από το 1913 μέχρι το 1945.

Πάντα καιροσκόποι οι Έλληνες διπλωμάτες και πάντα ανίκανοι να χαράξουν πολιτική που να ξεπερνάει πρόβλεψη εξαμήνου, κάνουν την πάπια και περιμένουν τις εξελίξεις. Που ήρθαν αλλά πάρα πολύ καθυστερημένα. Και το σημαντικότερο, με μια διαφοροποίηση των πρώην κομμουνιστικών καθεστώτων από μέσα κι όχι απ’ έξω. Δηλαδή, όχι με μια άμεση επέμβαση των δυτικών, οπότε αυτοί θα μπορούσαν να επιβάλουν όρους και να κάνουν περίπου ό,τι θέλουν με την ανακατανομή των εδαφών, όπως γίνεται πάντα με τους νικητές, αλλά με μια καπιταλιστική διαφοροποίηση των πρώην κομμουνιστικών χωρών.

Τώρα τα πράγματα γίνονται δύσκολα για τους δυτικούς. Που τρέχουν να επωφεληθούν κατ’ αρχήν διά της διπλωματικής οδού και μετά, διά της στρατιωτικής. Μπορεί τα πράγματα να διαφοροποιηθούν κυρίως διά της στρατιωτικής οδού στο προσεχές μέλλον, αλλά προς το παρόν βρισκόμαστε στο κλασικό στάδιο του καθορισμού ζωνών επιρροής στην ευρύτατη περιοχή των πρώην σοσιαλιστικών χωρών. Όσο για την Ελλάδα, αυτή περιμένει τον επόμενο ενδοκαπιταλιστικό πόλεμο για να πάρει κανένα κοψίδι δίκην δώρου για την, μάλλον συμβολική συμμετοχή της σ’ αυτόν. Που, βέβαια, δεν είναι για αύριο, είναι για μετά το 2000 υποθέτω.

Θα πείτε ίσως, πώς θα ήταν δυνατό να προβλέψει η ελληνική διπλωματία τις εξελίξεις στη Γιουγκοσλαβία; Το πρόβλημα είναι σχετικά απλό, με την προϋπόθεση πως οι διπλωμάτες μας θα μπορούσαν να ερμηνεύσουν την ιστορία της Γιουγκοσλαβίας με τα εθνολογικά και ιστορικά δεδομένα ενός κράτους κατά το μάλλον ή ήττον τεχνητού, που προέκυψε το 1918, κατ’ αρχήν ως βασίλειο των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων που μόνο το 1929 θα πάρει το όνομα Γιουγκοσλαβία. Που, άλλωστε, το σοφίστηκαν Γερμανοί και όχι Γιουγκοσλάβοι ιστορικοί. Και που σημαίνει Νοτιοσλαβία, δηλαδή χώρα των Νότιων Σλάβων. Αυτό το όνομα το επεξεργάστηκαν εθνολογικά και ιστορικά πρώτοι οι Κροάτες απ’ τους Νότιους Σλάβους, στην προσπάθειά τους να αποδείξουν πως όλοι οι σλάβικοι πληθυσμοί της περιοχής πρέπει να ενωθούν σε ένα κράτος, προκειμένου να γλυτώσουν από τις εναλλασσόμενες κατακτήσεις της Κροατίας και της Σλοβενίας κυρίως από τους γείτονες κεντροευρωπαίους.

Όμως οι Νότιοι Σλάβοι (Γιουγκοσλάβοι) δεν είναι μια σαφής, ενιαία εθνότητα, είναι μια ομάδα υποεθνοτήτων, που οι σλαβολόγοι τους λεν έτσι για να τους ξεχωρίζουν από τους ανατολικούς (Ρώσοι κ.λπ.) και από τους κεντρώους, ή βορειοδυτικούς Σλάβους (Τσεχοσλοβάκοι, Πολωνοί). Δεν υπήρξε ποτέ στην περιοχή αυτή ενιαία εθνική συνείδηση, και τα προβλήματα φάνηκαν με τη δημιουργία της Γιουγκοσλαβίας. Που ευθύς αμέσως υποχρεώνεται να καταφύγει στη βασιλική δικτατορία για να διατηρήσει τη συνοχή της, που παίζονταν κάθε μέρα, κυρίως εξαιτίας των αποσχιστικών τάσεων των Κροατών, δηλαδή αυτών ακριβώς που έκαναν τα περισσότερα για την ένωση των Νότιων Σλάβων. Στους οποίους εντελώς λανθασμένα συναριθμούσαν οι φρέσκοι τότε Γιουγκοσλάβοι και τους Βούλγαρους, που όμως την κοπάνησαν απ’ τις διασκέψεις πριν παρθούν οι τελικές αποφάσεις για την ένωση των Νότιων Σλάβων σε ένα ενιαίο κράτος υπό το όνομα Γιουγκοσλαβία (Νοτιοσλαβία).

Τη δικτατορία του βασιλιά, που θα πληρώσει με τη ζωή του την ένωση των Νότιων Σλάβων, διαδέχεται ατάκα η δικτατορία του Τίτο. Μετά το θάνατό του όλοι πια ξέρουν πως η Γιουγκοσλαβία θα διαλυθεί. Και όλοι πλην των Ελλήνων σχεδιάζουν την πολιτική τους πολύ έγκαιρα με βάση τη σίγουρη διάλυση. Που η Ελλάδα, απλώς την απεύχεται. Ίσως να έγιναν και δεήσεις για να βάλει ο Θεός (των Ελλήνων) το χέρι του ώστε να προκόψει καμιά μετατιτοϊκή στρατιωτική δικτατορία. Αλλά, δυστυχώς για την ελληνική διπλωματία, δεν προέκυψε. Για την ελληνική διπλωματία προέκυψε το διπλωματικό πρόβλημα του ονόματος! Που η ίδια δημιούργησε. Αν όχι απ’ το 1913 που η Σερβία ενσωματώνει την περιοχή των Σκοπιών, αν όχι απ’ το 1918 που εμφανίζεται η ένωση, τουλάχιστον απ’ το 1929 που εμφανίζεται το όνομα Γιουγκοσλαβία και μαζί του η δικτατορία, η ελληνική διπλωματία, αν υπήρχε, θα έπρεπε να ξέρει πως η Γιουγκοσλαβία θα καταρρεύσει μαζί με τη δικτατορία, είτε τη βασιλική, είτε την τιτοϊκή.

Άλλωστε, όλος ο κόσμος ήξερε πως τα Σκόπια δεν είναι Γιουγκοσλα-βία, είναι Βουλγαρία κατ’ ουσίαν, και συνεπώς θά δημιουργηθεί εκεί μια ιδιάζουσα κατάσταση μετά την κατάρρευση της Γιουγκοσλαβίας. Η Σερβία ούτε καν κουνήθηκε να περισώσει τα Σκόπια. Και έτσι, οι Σκοπιανοί δεν ξέμειναν μόνο από προστάτη, όπως ήταν ο Σέρβος βασιλιάς ή ο Τίτο, ξέμειναν και από όνομα. Το όνομά τους είναι η ψυχή τους! Διότι οι πολλές εθνότητες (Σέρβοι, Αλβανοί, Βούλγαροι, Έλληνες) που κατοικούν στην περιοχή θα βολεύονταν μόνο κάτω από ένα «εθνικό» όνομα που κατ’ ουσίαν θα ήταν γεωγραφικό. Δώστους, λοιπόν, ένα ενοποιητικό των ποικίλων εθνοτήτων γεωγραφικό όνομα και πάρτους το βρακί.

Να γιατί οι Ευρωπαίοι θα ήθελαν να τους κάνουν δώρο ένα ηχηρό όνομα. Για να μη συνεχιστεί η πολυδιάσπαση της πρώην Γιουγκοσλαβίας και όσον αφορά τις επιμέρους πρώην ομόσπονδες και νυν αυτόνομες δημοκρατίες».

Ένα επίκαιρο κείμενο του Βασίλη Ραφαηλίδη, απόσπασμα από το βιβλίο οι Λαοί των Βαλκανίων, στο οποίο επιχειρεί μία ερμηνεία της ελληνικότητας της Μακεδονίας και της θέσης των Σκοπιανών.

«Από ιστορικής απόψεως, την ελληνικότητα της Μακεδονίας δεν την αμφισβήτησε ποτέ κανείς στα σοβαρά. Το αρχαίο και ένδοξο κράτος των Μακεδόνων ήταν όντως ελληνικό. Αυτό που αμφισβητούν οι Σκοπιανοί είναι το δικαίωμα της μονοχρησίας του ονόματος Μακεδονία.

Δηλαδή του ονόματος μιας περιοχής τα σαφή γεωγραφικά και εθνολογικά όρια της οποίας είναι απολύτως αδύνατο να καθοριστούν, δεδομένου ότι οι αρχαίοι λαοί δεν είχαν σύνορα, με τη νομική έννοια που έχει ο όρος σήμερα.

Στην αρχαιότητα, τα σύνορα ήταν πάντα φυσικά: αδιάβατοι ποταμοί, απάτητα όρη και πάσης φύσεως φυσικά εμπόδια, που υποχρέωναν τους λαούς να αναπτύξουν τις πολιτιστικές τους ιδιομορφίες, και συνεπώς να εμφανιστούν ως ευδιάκριτες εθνότητες, κατ’ αρχήν εντός φυσικά καθορισμένων γεωγραφικών ορίων, απ’ τα οποία θα μπορούσαν, βέβαια, να ξεφύγουν με τους αποικισμούς και τις μεταναστεύσεις, αλλά όταν ήδη η εθνική συνείδηση είχε ήδη διαμορφωθεί στην αρχική εθνική κοιτίδα. Αν αυτό δε συμβεί, τότε μια ομάδα μεταναστών ή αποίκων, δημιουργεί καινούργια, δική της εθνική συνείδηση.

Όπου τα φυσικά εμπόδια δεν αποτελούσαν πρόβλημα είτε γιατί δεν υπήρχαν καν είτε γιατί η πείνα, η επιμονή, ή η ανάπτυξη του πολιτισμού τα καταργούσαν εύκολα, τα σύνορα ήταν εκεί που ήταν οι φρουροί των συνόρων: Οι Βόλχοι (Βλάχοι) κατά τα ύστερα χρόνια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, οι Ακρίτες στη διάρκεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, οι Κοζάκοι στη Ρωσική Αυτοκρατορία των Τσάρων. Αν οι φρουροί των συνόρων υποχωρούσαν, υποχωρούσαν μαζί τους και τα σύνορα. Η νομική έννοια των συνόρων, δηλαδή οι συμφωνίες που γίνονται ανάμεσα σε γειτονικά κράτη για το πού τελειώνει το ένα και πού αρχίζει το άλλο και η συνακόλουθη χάραξη διαχωριστικών γραμμών επί του χάρτου, είναι υπόθεση πάρα πολύ μεταγενέστερη.

Να, λοιπόν, γιατί είναι απολύτως αδύνατο να οριστούν τα γεωγραφικά όρια της Μακεδονίας. Η ιστορία της περιοχής που φέρει αυτό το ιστορικό όνομα είναι τόσο παλιά και τα φυσικά ή στρατιωτικά της όρια έχουν αλλάξει τόσες πολλές φορές απ’ το 1000 π.Χ. μέχρι σήμερα, που κανείς πια δεν ξέρει τι είναι και τι δεν είναι Μακεδονία από γεωγραφικής και εθνολογικής απόψεως. Άλλα ήταν τα όριά της και οι λαοί της επί Φιλίππου, άλλα επί Μεγάλου Αλεξάνδρου, άλλα στα χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, άλλα στα χρόνια της τουρκικής κατάχτησης, άλλα στην πριν τη λήξη των Βαλκανικών Πολέμων (1913) περίοδο, και άλλα σήμερα. Όπως όλα τα σύνορα, αλλά περισσότερο απ’ όλα στην Ευρώπη αυτά της Μακεδονίας είναι εξόχως «ελαστικά», και κανείς δεν μπορεί να ξέρει ποια περιοχή θα ονομάζουν Μακεδονία οι γεωγράφοι της τρίτης χιλιετίας που έρχεται.

Τα παραπάνω σημαίνουν πως η σημερινή ελληνική Μακεδονία είναι μέρος μόνο μιας ευρύτερης γεωγραφικής περιοχής, που αναμφισβήτητα περιλαμβάνει και την περιοχή των Σκοπιών, αφού ήταν κι αυτή Μακεδονία, τόσο κατά την ελληνική αρχαιότητα και τη βυζαντινή περίοδο, όσο και κατά την περίοδο της τουρκικής κατοχής των Βαλκανίων.

Συνεπώς, το πρόβλημα δεν είναι να καταλάβουμε τι είναι και τι δεν είναι Μακεδονία από ιστορικής και γεωγραφικής απόψεως (το πρώτο το ξέρουμε, το δεύτερο δε θα το μάθουμε ποτέ με ακρίβεια), αλλά ποιοι είναι και ποιοι δεν είναι Μακεδόνες. Φυσικά, για τους σημερινούς Μακεδόνες της σημερινής ελληνικής Μακεδονίας δε γεννάται πρόβλημα. Είναι Μακεδόνες γιατί είναι Έλληνες και γιατί κατοικούν σε μια περιοχή όπου πάντα υπήρχαν Έλληνες. Η λέξη Έλλην είναι έννοια γένους, όπως θα έλεγε ο Αριστοτέλης. Η λέξη Μακεδών είναι έννοια είδους, πάλι κατά τον Αριστοτέλη. Μ’ άλλα λόγια η έννοια Έλλην είναι ευρύτερη της έννοιας Μακεδών. Δεν είναι όλοι οι Έλληνες Μακεδόνες, αυτό είναι αυτονόητο.

Από πολιτιστικής και όχι γεωγραφικής ή ιστορικής απόψεως, οι Μακεδόνες δεν μπορεί παρά να είναι Έλληνες. Όσοι Μακεδόνες μετέχουν του ελληνικού πολιτισμού, δεν μπορεί παρά να είναι και σήμερα Έλληνες, όπως ήταν πάντα από πολιτιστικής απόψεως, το τονίζω. Συνεπώς, Μακεδόνες δεν είναι αυτοί που κατοικούν σε μια συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, τα όρια της οποίας είναι ευμετάβλητα κατ’ ανάγκην, αλλά αυτοί που μετέχουν σ’ έναν συγκεκριμένο πολιτισμό, που λέγεται μακεδονικός, και που σαν τέτοιος δεν μπορεί παρά να είναι ελληνικός κατά κύριο λόγο.

Όμως, η λέξη Ελλάδα, με μια γεωγραφική έννοια, δεν είναι ούτε έννοια γένους ούτε έννοια είδους σε σχέση με τη λέξη Μακεδονία. Διότι, το είπαμε, καμιά γεωγραφική έννοια δεν παραμένει σταθερή. Αλλά και γιατί κανένας τόπος δεν γεννάει άλλον τόπο, έτσι αυτόματα και ερήμην των ανθρώπων που κατοικούν σ’ αυτόν. Η σημερινή Ελλάδα και η σημερινή ελληνική Μακεδονία, από γεωγραφικής απόψεως δεν είναι όμοιες με τις περιοχές που στην αρχαιότητα ονομάζονταν έτσι. Ενώ δεν έχουμε ιδέα ποια θα είναι η γεωγραφική τους μορφή στο μέλλον. Όμως, ξέρουμε σαφώς τι είναι η ελληνική γλώσσα και ο ελληνικός πολιτισμός.

Και η απόφανσή μας για την ελληνικότητα μιας γεωγραφικής περιοχής δεν μπορεί παρά να γίνεται βάσει πολιτιστικών και όχι γεωγραφικών παραμέτρων. Άλλωστε, από εθνικής απόψεως συμφέρει να χρησιμοποιούμε μόνο τις πολιτισμικές παραμέτρους, διότι κανείς δεν μπορεί να ξέρει μέχρι πού μπορεί να φτάσει στο μέλλον ο ελληνικός πολιτισμός. Εκτός κι αν αναμένουμε παραπέρα συρρίκνωσή του, οπότε για την υποστήριξη των «εθνικών μας συμφερόντων», καταφεύγουμε στα ασταθή γεωγραφικά και τα βλακώδη αιματολογικά επιχειρήματα.

Το όνομα Μακεδονία που χρησιμοποιούν οι Σκοπιανοί για τη Δημοκρατία τους, δεν το πρωτοχρησιμοποίησε ο Τίτο. Μακεδονία ονόμαζαν οι Τούρκοι μια ευρύτατη περιοχή που εκτός της ελληνικής περιλάμβανε και την περιοχή των Σκοπιών, καθώς και ένα κομμάτι της Βουλγαρίας. Από την αρχαιότητα και μέχρι την επιτυχή για τους Έλληνες και τους Σέρβους έκβαση των Βαλκανικών Πολέμων το 1913 δεν υπήρχε πρόβλημα ελληνικής, ή βουλγαρικής, ή σερβικής Μακεδονίας, για τον απλό λόγο πως ολόκληρη αυτή η περιοχή περνάει αδιαλείπτως απ’ τη μία (πολυεθνική) αυτοκρατορία στην άλλη. Από τη Ρωμαϊκή στη Βυζαντινή κι απ’ αυτήν στην Οθωμανική. Οι εν λόγω αυτοκρατορίες δεν είχαν κανέναν λόγο να καθορίσουν είτε τα ιστορικά, είτε τα γεωγραφικά, είτε τα πολιτιστικά όρια αυτής της συγκεκριμένης περιοχής, όπως και οποιασδήποτε άλλης εντός των ορίων τους. Το πρόβλημα, λοιπόν, προέκυψε με τον καθορισμό των συνόρων των βαλκανικών κρατών το 1913, ύστερα απ’ την κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Το κομμάτι της μέχρι τότε ενιαίας, ας την πούμε έτσι, «τουρκικής» Μακεδονίας που πέρασε στη Σερβία το 1913, ονομαζόταν από τότε, είτε Παλαιά Σερβία, είτε Άνω Μακεδονία. Και κανείς Έλληνας τότε δε διαμαρτυρήθηκε για τη χρήση του ονόματος Μακεδονία, προκειμένου για την καινούργια επαρχία της ήδη αυτόνομης Σερβίας. Γιατί στη σέρβική πλευρά ζούσαν ακόμα πάρα πολλές χιλιάδες Ελλήνων. Συνεπώς, από πολιτιστικής απόψεως, κατά ένα μεγάλο ποσοστό, η σέρβική (γεωγραφικά) Μακεδονία ήταν ελληνική (πολιτιστικά), πράγμα που δημιουργούσε την ελπίδα πως θα ήταν δυνατό κάποτε να γίνει και γεωγραφικά ελληνική.

Όμως, με τον καθορισμό των συνόρων το 1913, οι ελληνικοί πληθυσμοί της Βουλγαρίας και της Σερβίας και οι σλαβικοί της Ελλάδας, είτε ανταλλάσσονται, είτε περνούν σιγά σιγά απ’ την άλλη πλευρά των συνόρων. Επί Οθωμανών, όλοι αυτοί ζούσαν σε μια ενιαία περιοχή, που ήταν τούρκικη. Με την μετακίνηση των πληθυσμών, το εθνολογικό πρόβλημα, εν πολλοίς αλλά όχι εντελώς, λύνεται αυτόματα, όπως γίνεται πάντα όταν προκύπτουν καινούργια σύνορα. Που, λίγο ως πολύ, είναι πάντα αυθαίρετα, γιατί είναι αδύνατο να χωριστεί ένας τόπος με ακρίβεια, βάσει εθνολογικών δεδομένων. Άλλωστε, πρόβλημα συνόρων προκύπτει μόνο όταν μια εθνότητα οργανώσει το δικό της κράτος, όπως έχει δικαίωμα βάσει του Διεθνούς Δικαίου, πράγμα που, ωστόσο, μπορεί να μην το διεκδικήσει ποτέ. (Η έννοια κράτος είναι νομική, η έννοια έθνος είναι πολιτιστική, η έννοια χώρα είναι γεωγραφική).

Το πρόβλημα, λοιπόν, με το όνομα Μακεδονία υπάρχει απ’ το 1913 και όχι απ’ το 1945 που ο Τίτο εγκαθίσταται στην εξουσία και, για λόγους δικής του πολιτικής σκοπιμότητας, δημιουργεί την Ομόσπονδη Δημοκρατία της Μακεδονίας, που μέχρι τότε ήταν περιφέρεια της Σερβίας και από πολλούς λεγόταν Μακεδονία. Οι Έλληνες δημαγωγοί ψεύδονται ασύστολα όταν λεν πως δεν μπορούσαν να θέσουν θέμα ονόματος ούτε το 1945 ούτε αργότερα. Διότι, λέει, ο Τίτο ήταν και κομμουνιστής και δικτάτωρ. Και διότι, επιπροσθέτως, ήταν ένας φιλοδυτικός που έπρεπε να τον καλοπιάνουμε και να του κάνουμε τα χατίρια, έτσι που μπήκε καρφί στο μάτι του Στάλιν.

Όμως, ξέρετε γιατί δεν μπήκε θέμα ονόματος τότε; Διότι η Ελλάδα, όπως και η Δύση άλλωστε, πίστευε πως τα κομμουνιστικά καθεστώτα όπου νάναι είτε καταρρέουν, είτε διαλύονται με επέμβαση έξωθεν, οπότε μια ανακατανομή των εδαφών στην περιοχή, σε όφελος της Ελλάδας, ήταν πολύ πιθανή. Δηλαδή, απ’ το 1945 και μετά η ελληνική διπλωματία σιωπά για το όνομα Μακεδονία ακριβώς για τον ίδιο λόγο που σιωπούσε από το 1913 μέχρι το 1945.

Πάντα καιροσκόποι οι Έλληνες διπλωμάτες και πάντα ανίκανοι να χαράξουν πολιτική που να ξεπερνάει πρόβλεψη εξαμήνου, κάνουν την πάπια και περιμένουν τις εξελίξεις. Που ήρθαν αλλά πάρα πολύ καθυστερημένα. Και το σημαντικότερο, με μια διαφοροποίηση των πρώην κομμουνιστικών καθεστώτων από μέσα κι όχι απ’ έξω. Δηλαδή, όχι με μια άμεση επέμβαση των δυτικών, οπότε αυτοί θα μπορούσαν να επιβάλουν όρους και να κάνουν περίπου ό,τι θέλουν με την ανακατανομή των εδαφών, όπως γίνεται πάντα με τους νικητές, αλλά με μια καπιταλιστική διαφοροποίηση των πρώην κομμουνιστικών χωρών.

Τώρα τα πράγματα γίνονται δύσκολα για τους δυτικούς. Που τρέχουν να επωφεληθούν κατ’ αρχήν διά της διπλωματικής οδού και μετά, διά της στρατιωτικής. Μπορεί τα πράγματα να διαφοροποιηθούν κυρίως διά της στρατιωτικής οδού στο προσεχές μέλλον, αλλά προς το παρόν βρισκόμαστε στο κλασικό στάδιο του καθορισμού ζωνών επιρροής στην ευρύτατη περιοχή των πρώην σοσιαλιστικών χωρών. Όσο για την Ελλάδα, αυτή περιμένει τον επόμενο ενδοκαπιταλιστικό πόλεμο για να πάρει κανένα κοψίδι δίκην δώρου για την, μάλλον συμβολική συμμετοχή της σ’ αυτόν. Που, βέβαια, δεν είναι για αύριο, είναι για μετά το 2000 υποθέτω.

Θα πείτε ίσως, πώς θα ήταν δυνατό να προβλέψει η ελληνική διπλωματία τις εξελίξεις στη Γιουγκοσλαβία; Το πρόβλημα είναι σχετικά απλό, με την προϋπόθεση πως οι διπλωμάτες μας θα μπορούσαν να ερμηνεύσουν την ιστορία της Γιουγκοσλαβίας με τα εθνολογικά και ιστορικά δεδομένα ενός κράτους κατά το μάλλον ή ήττον τεχνητού, που προέκυψε το 1918, κατ’ αρχήν ως βασίλειο των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων που μόνο το 1929 θα πάρει το όνομα Γιουγκοσλαβία. Που, άλλωστε, το σοφίστηκαν Γερμανοί και όχι Γιουγκοσλάβοι ιστορικοί. Και που σημαίνει Νοτιοσλαβία, δηλαδή χώρα των Νότιων Σλάβων. Αυτό το όνομα το επεξεργάστηκαν εθνολογικά και ιστορικά πρώτοι οι Κροάτες απ’ τους Νότιους Σλάβους, στην προσπάθειά τους να αποδείξουν πως όλοι οι σλάβικοι πληθυσμοί της περιοχής πρέπει να ενωθούν σε ένα κράτος, προκειμένου να γλυτώσουν από τις εναλλασσόμενες κατακτήσεις της Κροατίας και της Σλοβενίας κυρίως από τους γείτονες κεντροευρωπαίους.

Όμως οι Νότιοι Σλάβοι (Γιουγκοσλάβοι) δεν είναι μια σαφής, ενιαία εθνότητα, είναι μια ομάδα υποεθνοτήτων, που οι σλαβολόγοι τους λεν έτσι για να τους ξεχωρίζουν από τους ανατολικούς (Ρώσοι κ.λπ.) και από τους κεντρώους, ή βορειοδυτικούς Σλάβους (Τσεχοσλοβάκοι, Πολωνοί). Δεν υπήρξε ποτέ στην περιοχή αυτή ενιαία εθνική συνείδηση, και τα προβλήματα φάνηκαν με τη δημιουργία της Γιουγκοσλαβίας. Που ευθύς αμέσως υποχρεώνεται να καταφύγει στη βασιλική δικτατορία για να διατηρήσει τη συνοχή της, που παίζονταν κάθε μέρα, κυρίως εξαιτίας των αποσχιστικών τάσεων των Κροατών, δηλαδή αυτών ακριβώς που έκαναν τα περισσότερα για την ένωση των Νότιων Σλάβων. Στους οποίους εντελώς λανθασμένα συναριθμούσαν οι φρέσκοι τότε Γιουγκοσλάβοι και τους Βούλγαρους, που όμως την κοπάνησαν απ’ τις διασκέψεις πριν παρθούν οι τελικές αποφάσεις για την ένωση των Νότιων Σλάβων σε ένα ενιαίο κράτος υπό το όνομα Γιουγκοσλαβία (Νοτιοσλαβία).

Τη δικτατορία του βασιλιά, που θα πληρώσει με τη ζωή του την ένωση των Νότιων Σλάβων, διαδέχεται ατάκα η δικτατορία του Τίτο. Μετά το θάνατό του όλοι πια ξέρουν πως η Γιουγκοσλαβία θα διαλυθεί. Και όλοι πλην των Ελλήνων σχεδιάζουν την πολιτική τους πολύ έγκαιρα με βάση τη σίγουρη διάλυση. Που η Ελλάδα, απλώς την απεύχεται. Ίσως να έγιναν και δεήσεις για να βάλει ο Θεός (των Ελλήνων) το χέρι του ώστε να προκόψει καμιά μετατιτοϊκή στρατιωτική δικτατορία. Αλλά, δυστυχώς για την ελληνική διπλωματία, δεν προέκυψε. Για την ελληνική διπλωματία προέκυψε το διπλωματικό πρόβλημα του ονόματος! Που η ίδια δημιούργησε. Αν όχι απ’ το 1913 που η Σερβία ενσωματώνει την περιοχή των Σκοπιών, αν όχι απ’ το 1918 που εμφανίζεται η ένωση, τουλάχιστον απ’ το 1929 που εμφανίζεται το όνομα Γιουγκοσλαβία και μαζί του η δικτατορία, η ελληνική διπλωματία, αν υπήρχε, θα έπρεπε να ξέρει πως η Γιουγκοσλαβία θα καταρρεύσει μαζί με τη δικτατορία, είτε τη βασιλική, είτε την τιτοϊκή.

Άλλωστε, όλος ο κόσμος ήξερε πως τα Σκόπια δεν είναι Γιουγκοσλα-βία, είναι Βουλγαρία κατ’ ουσίαν, και συνεπώς θά δημιουργηθεί εκεί μια ιδιάζουσα κατάσταση μετά την κατάρρευση της Γιουγκοσλαβίας. Η Σερβία ούτε καν κουνήθηκε να περισώσει τα Σκόπια. Και έτσι, οι Σκοπιανοί δεν ξέμειναν μόνο από προστάτη, όπως ήταν ο Σέρβος βασιλιάς ή ο Τίτο, ξέμειναν και από όνομα. Το όνομά τους είναι η ψυχή τους! Διότι οι πολλές εθνότητες (Σέρβοι, Αλβανοί, Βούλγαροι, Έλληνες) που κατοικούν στην περιοχή θα βολεύονταν μόνο κάτω από ένα «εθνικό» όνομα που κατ’ ουσίαν θα ήταν γεωγραφικό. Δώστους, λοιπόν, ένα ενοποιητικό των ποικίλων εθνοτήτων γεωγραφικό όνομα και πάρτους το βρακί.

Να γιατί οι Ευρωπαίοι θα ήθελαν να τους κάνουν δώρο ένα ηχηρό όνομα. Για να μη συνεχιστεί η πολυδιάσπαση της πρώην Γιουγκοσλαβίας και όσον αφορά τις επιμέρους πρώην ομόσπονδες και νυν αυτόνομες δημοκρατίες».

(ΠΗΓΗ : http://www.koutipandoras.gr/article/basilhs-rafahlidhs-h-ellhnikothta-ths-makedonias-kai-oi-skopianoi   )

Β.Ραφαηλίδης: » Μακεδονία είναι οι Μακεδόνες»

«Οι λαοί των Βαλκανίων»:

Είναι δύσκολο να κατανοήσει κανείς την ιστορία των λαών της Βαλκανικής

Είναι δύσκολο να κατανοήσει κανείς την ιστορία των λαών της Βαλκανικής, αν ήδη δεν έχει κατανοήσει την ιστορία των Μακεδόνων, του σπουδαιότερου λαού των Βαλκανίων. Άλλωστε, χωρίς τους Δωριείς Μακεδόνες είναι βέβαιο πως σήμερα δεν θα υπήρχε ίχνος ελληνικού πολιτισμού στη γεωγραφική περιοχή που λέγεται Ελλάδα. Διότι ο ελληνικός πολιτισμός, αφού έκανε το γύρο του τότε γνωστού κόσμου με τους επιγόνους του Μεγάλου Αλεξάνδρου, επέστρεψε στην κοιτίδα του όχι ακριβώς ως ελληνικός, δηλαδή ιωνικός, αλλά ως ελληνιστικός.

Ήδη η γραμματολογική διαφορά ανάμεσα στις καταλήξεις -ικός (ελληνικός) και -ιστικός (ελληνιστικός) δηλώνει από μόνη της τη σημαντική διαφοροποίηση που υπέστη ο ελληνικός πολιτισμός της κλασικής περιόδου, αυτός δηλαδή που διαμορφώθηκε κατά κύριο λόγο απ’ το ένα από τα τέσσερα ελληνικά φύλα, τους Ίωνες της Μικράς Ασίας και τους ομοφύλους τους της Αττικής. Αν, λοιπόν, ο ελληνικός πολιτισμός διά των Μακεδόνων «περιόδευσε» τουλάχιστον στο μισό του τότε γνωστού κόσμου και επηρέασε ένα μεγάλο πλήθος λαών πολύ απομακρυσμένων απ’ τη Μακεδονία, είναι φυσικό να επηρέασε ακόμα περισσότερο λαούς βαρβαρικούς, εγκαταστημένους κοντά στη Μακεδονία.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, ελληνιστικό είναι κάτι που έχει καταγωγική σχέση με την Ελλάδα, το άμεσα εξαρτώμενο απ’ την Ελλάδα, χωρίς την οποία δεν θα ήταν δυνατό να υπάρξει. Που, όμως, δεν είναι ευθέως εξαρτημένο απ’ την Ελλάδα, δεν είναι, θα λέγαμε, πρωτογενώς ελληνικό.

Η σχέση ημών των Νεοελλήνων με το (αρχαίο) ελληνικό ήθος και τον (αρχαίο) ελληνικό πολιτισμό δεν είναι ευθέως ελληνική, είναι ελληνιστική. Όχι μόνο γιατί ο ελληνικός πολιτισμός επέστρεψε στην κοιτίδα του (παραλλαγμένος) διά του χριστιανισμού, που δεν είναι τυπικά ελληνική αλλά ανατολίτικη πολιτιστική παράμετρος, αλλά και διότι ο χρόνος και οι αλλαγές που αυτός συνεπάγεται μας απομάκρυναν κατ’ ανάγκην απ’ την αρχική έννοια Έλλην.

Ο σημερινός νεοελληνικός πολιτισμός, λοιπόν, είναι ελληνιστικός με μια έννοια πολλαπλή: Εξαιτίας μιας θρησκείας που εισήχθη στην Ελλάδα και τροποποίησε τα ήθη και την ηθική της, εξαιτίας μιας γλώσσας που δεν είναι η (αρχική) ελληνική, αλλά μια απλοποιημένη παραλλαγή της, αυτή που δημιούργησαν οι Αλεξανδρινοί γραμματοδιδάσκαλοι με τρόπον τέτοιο, που να γίνεται εύκολα κατανοητή και από βαρβάρους, και κυρίως εξαιτίας της δυναμικής της ιστορίας, που συνεχώς τροποποιεί τις κοινωνικές παραμέτρους και τα πολιτιστικά δεδομένα.

Άλλωστε, κανένας απόγονος δεν είναι κατ’ ανάγκην όμοιος με τον πρόγονο. Ο γιος ενός έξυπνου και πολιτισμένου πατέρα μπορεί κάλλιστα να είναι και βλαξ και απολίτιστος. Γιατί, λοιπόν, να μη συμβαίνει το ίδιο και με τους λαούς, όπου τα πράγματα είναι απ’ τη φύση τους ακόμα πιο χαοτικά και ακατάστατα, ακόμα πιο τυχαία απ’ όσο στη μείξη των χρωμοσωμάτων; Πάλι καλά, να λες, που διατηρούμε κάποια ελληνιστικά ίχνη, πράγμα που το οφείλουμε στους Μακεδόνες. Που σήμερα είναι το ένα πέμπτο του συνόλου των Ελλήνων. Και τούτο χάρη στους πρόσφυγες που αποτελούν το 45% του σημερινού πληθυσμού της Μακεδονίας. Πράγμα που σημαίνει πως χωρίς τους Έλληνες που ήρθαν απ’ τη Μικρά Ασία και τον Πόντο ανάμεσα στο 1910 και 1925 (σύνολο 1.221.849 ψυχές) ιδέα δεν έχω αν η Μακεδονία θα ήταν δυνατό να είναι σήμερα ελληνική. Είπαμε, τις εθνότητες και συνεπώς τα στηριγμένα σ’ αυτές εθνικά αλλά και πολυεθνικά κράτη τα δημιουργούν οι άνθρωποι και όχι τα εδάφη.

Ας δούμε, λοιπόν, τους Μακεδόνες από πιο κοντά. Το αξίζουν και με το παραπάνω. Και οπωσδήποτε παραπάνω απ’ ότι θα το άξιζαν, ας πούμε οι Πελοποννήσιοι, οι μόνιμοι δυνάστες των υπολοίπων Ελλήνων απ’ το 1830 που υπάρχει νεοελληνικό κράτος και μέχρι σήμερα αδιαλείπτως. Άλλωστε, το είπαμε ήδη, η ιστορία των λαών της Βαλκανικής χωρίς τους Μακεδόνες δεν θα είχε το νόημα που έχει σήμερα. Από δω, και συγκεκριμένα από την πόλη του Φιλίππου, τη Φιλιππούπολη, ξεκινάει εκείνη η τρομερή χριστιανική αίρεση των βογόμιλων, που για πέντε αιώνες θα φέρει τα πάνω κάτω στη Βαλκανική κυρίως αλλά και σ’ ολόκληρη τη βυζαντινή επικράτεια. Μιλήσαμε ήδη για τους βογόμιλους και το ρόλο τους στον κάρα πολύ ιδιόρρυθμο εξισλαμισμό, κυρίως των κατοίκων της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης. Αλλά και των Ελλήνων της νότιας Μακεδονίας, των Βαλαάδων (ή Βαλαλάδων), που τους χαρακτηρίζουν ελληνόφωνους Τούρκους, ενώ είναι μάλλον εξισλαμισθέντες Έλληνες, μερικοί μόνο απ’ τις πολλές χιλιάδες εξισλαμισθέντων Ελλήνων, που μόνο η ελληνική μωρία θα ήταν δυνατό να τους χαρίσει στους Τούρκους, για μόνο το λόγο πως εξισλαμίστηκαν.

Τα πρώτα έγκυρα ντοκουμέντα για την ιστορία των Μακεδόνων χρονολογούνται από τον 7ο π.Χ. αιώνα, τότε που ο πρώτος Μακεδόνας βασιλιάς, ο Περδίκκας Α’, ιδρύει το κράτος των Μακεδόνων υποτάσσοντας τους Παίονες, τους Βοττιαίους, τους Ηδώνες, τους Εορδαίους, τους Ιλλυριούς και πάρα πολλούς άλλους μικρότερους προμακεδονικούς, ας τους πούμε έτσι, λαούς, που θα αφομοιωθούν με τους Μακεδόνες για να δώσουν το πρώτο υπολογίσιμο εθνολογικό κράμα σε μια περιοχή που δε σταμάτησε ποτέ να αναμειγνύει τις πάμπολλες λαότητες που έζησαν στο πλούσιο έδαφος της.

Όμως, η κυρίως ιστορική περίοδος των Μακεδόνων αρχίζει τον 4ο π.Χ. αιώνα με τον βασιλιά Αλέξανδρο Α’ τον Φιλέλληνα (498-454 π.Χ.). Πολύ απασχόλησε τους ιστορικούς ο χαρακτηρισμός Φιλέλλην. Αλλά μπέρδεψε μόνο όσους αντιλαμβάνονται την ιστορία σαν μια διαδοχή υιών καταγομένων από τον ίδιο πατέρα, και όχι σαν μια διαδοχή πολιτισμών. Το γεγονός πως οι Μακεδόνες είναι Δωριείς, δε σημαίνει απολύτως τίποτα από πολιτιστικής απόψεως. Σε σχέση με τους πρωτοπόρους Ίωνες, οι Δωριείς Μακεδόνες, όπως και όλοι οι Δωριείς, εκπολιτίζονται πάρα πολύ πιο αργά. Όχι μόνο γιατί τους χωρίζουν χίλια χρόνια από την λεγάμενη «κάθοδο των Αχαιών» και των Ιώνων που κατεβαίνουν σχεδόν μαζί με τους Αιολείς και τους Αχαιούς απ’ το Βορρά, αλλά και διότι βρίσκονται αρκετά μακριά απ’ το λίκνο του ελληνικού πολιτισμού, την Ιωνία (τα παράλια της Μικράς Ασίας) καθώς και απ’ την απέναντι Αττική, που κατοικείται από Ίωνες.

Άλλωστε, πολλοί Αθηναίοι, με προεξάρχοντα τον φανατικό αντιμακεδόνα Δημοσθένη, δεν αναγνωρίζουν τους Μακεδόνες σαν Έλληνες. Όχι γιατί δεν είναι Έλληνες εκ καταγωγής (οι αρχαίοι Έλληνες μισούν θανάσιμα την καταγωγική αιματολογία και θα έσκαγαν στα γέλια αν μας άκουγαν να αιματολογούμε εθνολογικά) αλλά διότι δεν είναι ακόμα τόσο πολιτισμένοι, όσο οι νότιοι Έλληνες.

Ας μη μας διαφεύγει πως για τους αρχαίους Έλληνες, Έλληνες είναι οι της ελληνικής παιδείας μετέχοντες. Για τους Νεοέλληνες όμως, κυρίως Έλληνες είναι, πρώτον αυτοί που δεν υπήρξαν ποτέ κομμουνιστές ή φιλοκομμουνιστές, δεύτερον αυτοί που παν συχνά στην εκκλησία, τρίτον αυτοί που αγαπούν τα στρατιωτικά θούρια, τέταρτον αυτοί που αγαπούν τους εκ στρατιωτικών δικτάτορες, πέμπτον αυτοί που έχουν κουμπάρο βουλευτή, έκτον αυτοί που κλέβουν συχνά το δημόσιο ταμείο, έβδομον αυτοί που φωνάζουν «ζήτω η Ελλάς» τρεις φορές την ημέρα, όγδοον αυτοί που δεν κοιμούνται όταν ακούν τους ρήτορες κατά τις δυο εθνικές επετείους, ένατον αυτοί που έχουν πιστοποιητικό από τον αιματολόγο που βεβαιώνει πως το αίμα τους είναι γνησίως ελληνικό, και δέκατον και τελευταίον αυτοί που πιστεύουν πως το «όνομά μας είναι η ψυχή μας» τη στιγμή που όλοι μας ξέρουμε πως το καλό κρασί δεν το κάνει η ετικέτα, αλλά τ’ αμπέλι.


Η Μακεδονία επί Φιλίππου Β’ του Μακεδόνος

Όπως και νάναι, οι εξ αίματος Έλληνες Μακεδόνες (άντε, να σας κάνουμε το χατίρι, εσάς τους αιμοβόρους, που αν δε δείτε αίματα δεν ηρεμείτε) ολοκληρώνουν τον σταδιακό (πολιτιστικό) εξελληνισμό τους κατά τον 4ο αιώνα π.Χ.. Επί Περδίκκα Β’ (438-413) και επί Αρχελάου (413-399) αρχίζει πλέον να μη γίνεται διάκριση, από πολιτιστικής απόψεως, ανάμεσα στους βόρειους και τους νότιους Έλληνες. Πάντως, ο εξαιρετικά φιλόδοξος Φίλιππος Β’ (359-336), αφού τσαλαπάτησε όλους τους μνηστήρες του θρόνου, κατέβηκε κατά κάτω και υπέταξε στην εξουσία του όλους τους νότιους Έλληνες. Για να τους ενώσει, λεν οι εθνοκάπηλοι. Τρίχες. Απλώς τους κατάχτησε, έτσι απλά και καθαρά, αδιαφορώντας πλήρως για το αν είναι αδέρφια ή ξαδέρφια ή ό,τι άλλο εν πάση περιπτώσει. Καινούργια εδάφη για την επικράτειά του ήθελε ο άνθρωπος, και τα πήρε. Και στρατιώτες για την εκστρατεία του κατά των Περσών που ετοίμαζε. Και τους πήρε (ο γιος του Αλέξανδρος).

Κι έτσι αρχίζουν από τότε τα διλήμματα: Να πάρεις το μέρος των βορείων ή των νοτίων; Σκέτος αμερικανικός εμφύλιος πόλεμος μοιάζει το πράγμα. Πάντως εγώ, αν και βόρειος (Μακεδών) παίρνω σταθερά το μέρος των νοτίων Ιώνων, γιατί αυτοί είναι οι δημιουργοί του ελληνικού πολιτισμού της κλασικής περιόδου. Πάντως, ο γιος του Φίλιππου Β’, Αλέξανδρος, ο επονομασθείς ορθότατα Μέγας (356-323), δίνει μια γερή σπρωξιά στον ελληνικό πολιτισμό (των Ιώνων, το ξαναλέω) και τον μετατρέπει σε ελληνιστικό.

Όμως, το 148 π.Χ., μόνο 175 χρόνια μετά το θάνατο του Αλέξανδρου, όλα καταρρέουν και η Μακεδονία γίνεται ρωμαϊκή επαρχία. Το 395 μ.Χ., με το χωρισμό της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας σε Δυτική (Ρώμη) και Ανατολική (Βυζάντιο), μετά από 543 χρόνια ρωμαϊκής κυριαρχίας που αφήνει ανεξίτηλα ίχνη, η Μακεδονία περιέρχεται στη δικαιοδοσία του ανατολικού αυτοκράτορα Αρκάδιου, και σύντομα γίνεται το σημαντικότερο τμήμα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Η Θεσσαλονίκη θα γνωρίσει λαμπρές ημέρες δόξης ως συμπρωτεύουσα δίπλα στην πρωτεύουσα. Την Κωνσταντινούπολη, να εξηγούμαστε. Γιατί η Θεσσαλονίκη ως συμπρωτεύουσα δίπλα στην πρωτεύουσα Αθήνα είναι μια συμπρωτεύουσα της πλάκας, όπως ακριβώς και η πρωτεύουσα (πόλη) της Ελλάδας, που σίγουρα είναι δευτερεύουσα κοντά στην πάντα όμορφη και πάντα «θηλυκιά» Θεσσαλονίκη.

Η Μακεδονία ανήκει στο θέμα (βυζαντινή διοικητική περιφέρεια) του Ιλλυρικού μαζί με την Ιλλυρία και την Δακία (αντιστοιχεί προς τη σημερινή Ρουμανία αλλά περιλαμβάνει και τμήμα της νότιας Ρωσίας). Οι Βυζαντινοί όπως και οι Ρωμαίοι, απ’ την Ιλλυρία (παράλια της σημερινής Αλβανίας και Γιουγκοσλαβίας) πηδούν κατ’ ευθείαν στη Δακία και δεν κάνουν λόγο για τη μεσολαβούσα Μοισία (σημερινή Βουλγαρία αλλά και μέρος της Σερβίας προς τα Σκόπια) που ορθότατα την αντιμετωπίζουν ως Μακεδονία τώρα πλέον.

Ήδη πριν απ’ την εμφάνιση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, στην περιοχή του κατοπινού θέματος του Ιλλυρικού έχουν εγκατασταθεί από πολύ παλιά και Γότθοι (αρχαίοι Γερμανοί, ας τους πούμε έτσι), αλλά και θύννοι (Μογγόλοι) τον 5ο και τον 6ο αιώνα, και Άβαροι (πάλι Μογγόλοι) τον 6ο και τον 7ο αιώνα. Όλοι αυτοί θ’ αφήσουν τα χνάρια τους στην περιοχή. Όλοι αυτοί θα ανακατωθούν με τους Σλάβους, που τον 6ο αιώνα ολοκληρώνουν την μακραίωνη διείσδυσή τους στην περιοχή όπου γυροφέρνουν ως νομάδες από πολύ νωρίτερα, για να συναποτελέσουν τελικά όλοι μαζί τους νοτιότερους απ’ τους Νότιους Σλάβους. Που κατά ένα σημαντικό ποσοστό, εκτός από Σλάβοι είναι Γερμανοί και Μογγόλοι. Και Έλληνες. Και Βλάχοι. Και Αλβανοί. Στα Βαλκάνια είναι αδύνατο να ξεχωρίσουν οι εθνότητες και οι πολιτισμοί. Το μόνο ενοποιητικό εθνολογικό δεδομένο των βαλκανικών λαών είναι η ορθοδοξία.

Τον 7ο αιώνα εμφανίζονται στην περιοχή και οι Βούλγαροι και τα πράγματα μπλέκουν ακόμα περισσότερο. Επί ενάμιση αιώνα οι δυναμικοί Βούλγαροι θα κάνουν τα πάντα άνω κάτω στη περιοχή του Ιλλυρικού και μέχρι την Κωνσταντινούπολη. Μέχρι που να γνωρίσουν την πρώτη τους σοβαρή ήττα από τον Λέοντα Ε’ τον Αρμένιο (είναι πράγματι Αρμένιος) το 814.

Το 891 αρχίζουν οι επιδρομές των Αράβων στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Το 911 οι πανίσχυροι αυτή την εποχή Άραβες μπαίνουν στη Θεσσαλονίκη και τη ρημάζουν. Ακολουθούν οι εισβολές των Πετσενέγων (Μογγόλοι κι αυτοί) των Κουμάνων (Μογγόλοι κι αυτοί), των Φράγκων και των Νορμανδών (Βίκινγκς). Στο μεταξύ, τον 8ο αιώνα έχουν ήδη προωθηθεί και έχουν ήδη εγκατασταθεί στη Μακεδονία οι Βλάχοι, δηλαδή η εθνολογική πανσπερμία των εκλατινισθέντων επαγγελματιών στρατιωτών της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, οι εγκαταστημένοι κάποτε ως φρουροί στα σύνορα της αυτοκρατορίας. Τώρα που δεν έχουν να φυλάξουν τίποτα, αρχίζουν να περιφέρονται δώθε κείθε για να φτιάξουν τελικά κράτος στη Ρουμανία μαζί με τους αρχαίους Λάκες, ενώ άλλες ομάδες Βλάχων προωθούνται απ’ τη Μακεδονία στην Ήπειρο και τη Θεσσαλία.

Από το βιβλίο του Βασίλη Ραφαηλίδη «Οι λαοί των Βαλκανίων»

(ΠΗΓΗ : https://www.anoixtoparathyro.gr/%ce%b2-%cf%81%ce%b1%cf%86%ce%b1%ce%b7%ce%bb%ce%af%ce%b4%ce%b7%cf%82-%ce%bc%ce%b1%ce%ba%ce%b5%ce%b4%ce%bf%ce%bd%ce%af%ce%b1-%ce%b5%ce%af%ce%bd%ce%b1%ce%b9-%ce%bf%ce%b9-%ce%bc%ce%b1%ce%ba%ce%b5/   )

Και μια άλλη άποψη: Β. Ραφαηλίδης – Η ελληνικότητα της Μακεδονίας και οι Σκοπιανοί

Από ιστορικής απόψεως, την ελληνικότητα της Μακεδονίας δεν την αμφισβήτησε ποτέ κανείς στα σοβαρά. Το αρχαίο και ένδοξο κράτος των Μακεδόνων ήταν όντως ελληνικό. Αυτό που αμφισβητούν οι Σκοπιανοί είναι το δικαίωμα της μονοχρησίας του ονόματος Μακεδονία.

Δηλαδή του ονόματος μιας περιοχής τα σαφή γεωγραφικά και εθνολογικά όρια της οποίας είναι απολύτως αδύνατο να καθοριστούν, δεδομένου ότι οι αρχαίοι λαοί δεν είχαν σύνορα, με τη νομική έννοια που έχει ο όρος σήμερα.

Στην αρχαιότητα, τα σύνορα ήταν πάντα φυσικά: αδιάβατοι ποταμοί, απάτητα όρη και πάσης φύσεως φυσικά εμπόδια, που υποχρέωναν τους λαούς να αναπτύξουν τις πολιτιστικές τους ιδιομορφίες, και συνεπώς να εμφανιστούν ως ευδιάκριτες εθνότητες, κατ’ αρχήν εντός φυσικά καθορισμένων γεωγραφικών ορίων, απ’ τα οποία θα μπορούσαν, βέβαια, να ξεφύγουν με τους αποικισμούς και τις μεταναστεύσεις, αλλά όταν ήδη η εθνική συνείδηση είχε ήδη διαμορφωθεί στην αρχική εθνική κοιτίδα. Αν αυτό δε συμβεί, τότε μια ομάδα μεταναστών ή αποίκων, δημιουργεί καινούργια, δική της εθνική συνείδηση.

Όπου τα φυσικά εμπόδια δεν αποτελούσαν πρόβλημα είτε γιατί δεν υπήρχαν καν είτε γιατί η πείνα, η επιμονή, ή η ανάπτυξη του πολιτισμού τα καταργούσαν εύκολα, τα σύνορα ήταν εκεί που ήταν οι φρουροί των συνόρων: Οι Βόλχοι (Βλάχοι) κατά τα ύστερα χρόνια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, οι Ακρίτες στη διάρκεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, οι Κοζάκοι στη Ρωσική Αυτοκρατορία των Τσάρων. Αν οι φρουροί των συνόρων υποχωρούσαν, υποχωρούσαν μαζί τους και τα σύνορα. Η νομική έννοια των συνόρων, δηλαδή οι συμφωνίες που γίνονται ανάμεσα σε γειτονικά κράτη για το πού τελειώνει το ένα και πού αρχίζει το άλλο και η συνακόλουθη χάραξη διαχωριστικών γραμμών επί του χάρτου, είναι υπόθεση πάρα πολύ μεταγενέστερη.

Να, λοιπόν, γιατί είναι απολύτως αδύνατο να οριστούν τα γεωγραφικά όρια της Μακεδονίας. Η ιστορία της περιοχής που φέρει αυτό το ιστορικό όνομα είναι τόσο παλιά και τα φυσικά ή στρατιωτικά της όρια έχουν αλλάξει τόσες πολλές φορές απ’ το 1000 π.Χ. μέχρι σήμερα, που κανείς πια δεν ξέρει τι είναι και τι δεν είναι Μακεδονία από γεωγραφικής και εθνολογικής απόψεως. Άλλα ήταν τα όριά της και οι λαοί της επί Φιλίππου, άλλα επί Μεγάλου Αλεξάνδρου, άλλα στα χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, άλλα στα χρόνια της τουρκικής κατάχτησης, άλλα στην πριν τη λήξη των Βαλκανικών Πολέμων (1913) περίοδο, και άλλα σήμερα. Όπως όλα τα σύνορα, αλλά περισσότερο απ’ όλα στην Ευρώπη αυτά της Μακεδονίας είναι εξόχως «ελαστικά», και κανείς δεν μπορεί να ξέρει ποια περιοχή θα ονομάζουν Μακεδονία οι γεωγράφοι της τρίτης χιλιετίας που έρχεται.

Τα παραπάνω σημαίνουν πως η σημερινή ελληνική Μακεδονία είναι μέρος μόνο μιας ευρύτερης γεωγραφικής περιοχής, που αναμφισβήτητα περιλαμβάνει και την περιοχή των Σκοπιών, αφού ήταν κι αυτή Μακεδονία, τόσο κατά την ελληνική αρχαιότητα και τη βυζαντινή περίοδο, όσο και κατά την περίοδο της τουρκικής κατοχής των Βαλκανίων.

Συνεπώς, το πρόβλημα δεν είναι να καταλάβουμε τι είναι και τι δεν είναι Μακεδονία από ιστορικής και γεωγραφικής απόψεως (το πρώτο το ξέρουμε, το δεύτερο δε θα το μάθουμε ποτέ με ακρίβεια), αλλά ποιοι είναι και ποιοι δεν είναι Μακεδόνες. Φυσικά, για τους σημερινούς Μακεδόνες της σημερινής ελληνικής Μακεδονίας δε γεννάται πρόβλημα. Είναι Μακεδόνες γιατί είναι Έλληνες και γιατί κατοικούν σε μια περιοχή όπου πάντα υπήρχαν Έλληνες. Η λέξη Έλλην είναι έννοια γένους, όπως θα έλεγε ο Αριστοτέλης. Η λέξη Μακεδών είναι έννοια είδους, πάλι κατά τον Αριστοτέλη. Μ’ άλλα λόγια η έννοια Έλλην είναι ευρύτερη της έννοιας Μακεδών. Δεν είναι όλοι οι Έλληνες Μακεδόνες, αυτό είναι αυτονόητο.

Από πολιτιστικής και όχι γεωγραφικής ή ιστορικής απόψεως, οι Μακεδόνες δεν μπορεί παρά να είναι Έλληνες. Όσοι Μακεδόνες μετέχουν του ελληνικού πολιτισμού, δεν μπορεί παρά να είναι και σήμερα Έλληνες, όπως ήταν πάντα από πολιτιστικής απόψεως, το τονίζω. Συνεπώς, Μακεδόνες δεν είναι αυτοί που κατοικούν σε μια συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, τα όρια της οποίας είναι ευμετάβλητα κατ’ ανάγκην, αλλά αυτοί που μετέχουν σ’ έναν συγκεκριμένο πολιτισμό, που λέγεται μακεδονικός, και που σαν τέτοιος δεν μπορεί παρά να είναι ελληνικός κατά κύριο λόγο.

Όμως, η λέξη Ελλάδα, με μια γεωγραφική έννοια, δεν είναι ούτε έννοια γένους ούτε έννοια είδους σε σχέση με τη λέξη Μακεδονία. Διότι, το είπαμε, καμιά γεωγραφική έννοια δεν παραμένει σταθερή. Αλλά και γιατί κανένας τόπος δεν γεννάει άλλον τόπο, έτσι αυτόματα και ερήμην των ανθρώπων που κατοικούν σ’ αυτόν. Η σημερινή Ελλάδα και η σημερινή ελληνική Μακεδονία, από γεωγραφικής απόψεως δεν είναι όμοιες με τις περιοχές που στην αρχαιότητα ονομάζονταν έτσι. Ενώ δεν έχουμε ιδέα ποια θα είναι η γεωγραφική τους μορφή στο μέλλον. Όμως, ξέρουμε σαφώς τι είναι η ελληνική γλώσσα και ο ελληνικός πολιτισμός.

Και η απόφανσή μας για την ελληνικότητα μιας γεωγραφικής περιοχής δεν μπορεί παρά να γίνεται βάσει πολιτιστικών και όχι γεωγραφικών παραμέτρων. Άλλωστε, από εθνικής απόψεως συμφέρει να χρησιμοποιούμε μόνο τις πολιτισμικές παραμέτρους, διότι κανείς δεν μπορεί να ξέρει μέχρι πού μπορεί να φτάσει στο μέλλον ο ελληνικός πολιτισμός. Εκτός κι αν αναμένουμε παραπέρα συρρίκνωσή του, οπότε για την υποστήριξη των «εθνικών μας συμφερόντων», καταφεύγουμε στα ασταθή γεωγραφικά και τα βλακώδη αιματολογικά επιχειρήματα.

Το όνομα Μακεδονία που χρησιμοποιούν οι Σκοπιανοί για τη Δημοκρατία τους, δεν το πρωτοχρησιμοποίησε ο Τίτο. Μακεδονία ονόμαζαν οι Τούρκοι μια ευρύτατη περιοχή που εκτός της ελληνικής περιλάμβανε και την περιοχή των Σκοπιών, καθώς και ένα κομμάτι της Βουλγαρίας. Από την αρχαιότητα και μέχρι την επιτυχή για τους Έλληνες και τους Σέρβους έκβαση των Βαλκανικών Πολέμων το 1913 δεν υπήρχε πρόβλημα ελληνικής, ή βουλγαρικής, ή σερβικής Μακεδονίας, για τον απλό λόγο πως ολόκληρη αυτή η περιοχή περνάει αδιαλείπτως απ’ τη μία (πολυεθνική) αυτοκρατορία στην άλλη. Από τη Ρωμαϊκή στη Βυζαντινή κι απ’ αυτήν στην Οθωμανική. Οι εν λόγω αυτοκρατορίες δεν είχαν κανέναν λόγο να καθορίσουν είτε τα ιστορικά, είτε τα γεωγραφικά, είτε τα πολιτιστικά όρια αυτής της συγκεκριμένης περιοχής, όπως και οποιασδήποτε άλλης εντός των ορίων τους. Το πρόβλημα, λοιπόν, προέκυψε με τον καθορισμό των συνόρων των βαλκανικών κρατών το 1913, ύστερα απ’ την κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Το κομμάτι της μέχρι τότε ενιαίας, ας την πούμε έτσι, «τουρκικής» Μακεδονίας που πέρασε στη Σερβία το 1913, ονομαζόταν από τότε, είτε Παλαιά Σερβία, είτε Άνω Μακεδονία. Και κανείς Έλληνας τότε δε διαμαρτυρήθηκε για τη χρήση του ονόματος Μακεδονία, προκειμένου για την καινούργια επαρχία της ήδη αυτόνομης Σερβίας. Γιατί στη σέρβική πλευρά ζούσαν ακόμα πάρα πολλές χιλιάδες Ελλήνων. Συνεπώς, από πολιτιστικής απόψεως, κατά ένα μεγάλο ποσοστό, η σέρβική (γεωγραφικά) Μακεδονία ήταν ελληνική (πολιτιστικά), πράγμα που δημιουργούσε την ελπίδα πως θα ήταν δυνατό κάποτε να γίνει και γεωγραφικά ελληνική.

Όμως, με τον καθορισμό των συνόρων το 1913, οι ελληνικοί πληθυσμοί της Βουλγαρίας και της Σερβίας και οι σλαβικοί της Ελλάδας, είτε ανταλλάσσονται, είτε περνούν σιγά σιγά απ’ την άλλη πλευρά των συνόρων. Επί Οθωμανών, όλοι αυτοί ζούσαν σε μια ενιαία περιοχή, που ήταν τούρκικη. Με την μετακίνηση των πληθυσμών, το εθνολογικό πρόβλημα, εν πολλοίς αλλά όχι εντελώς, λύνεται αυτόματα, όπως γίνεται πάντα όταν προκύπτουν καινούργια σύνορα. Που, λίγο ως πολύ, είναι πάντα αυθαίρετα, γιατί είναι αδύνατο να χωριστεί ένας τόπος με ακρίβεια, βάσει εθνολογικών δεδομένων. Άλλωστε, πρόβλημα συνόρων προκύπτει μόνο όταν μια εθνότητα οργανώσει το δικό της κράτος, όπως έχει δικαίωμα βάσει του Διεθνούς Δικαίου, πράγμα που, ωστόσο, μπορεί να μην το διεκδικήσει ποτέ. (Η έννοια κράτος είναι νομική, η έννοια έθνος είναι πολιτιστική, η έννοια χώρα είναι γεωγραφική).

Το πρόβλημα, λοιπόν, με το όνομα Μακεδονία υπάρχει απ’ το 1913 και όχι απ’ το 1945 που ο Τίτο εγκαθίσταται στην εξουσία και, για λόγους δικής του πολιτικής σκοπιμότητας, δημιουργεί την Ομόσπονδη Δημοκρατία της Μακεδονίας, που μέχρι τότε ήταν περιφέρεια της Σερβίας και από πολλούς λεγόταν Μακεδονία. Οι Έλληνες δημαγωγοί ψεύδονται ασύστολα όταν λεν πως δεν μπορούσαν να θέσουν θέμα ονόματος ούτε το 1945 ούτε αργότερα. Διότι, λέει, ο Τίτο ήταν και κομμουνιστής και δικτάτωρ. Και διότι, επιπροσθέτως, ήταν ένας φιλοδυτικός που έπρεπε να τον καλοπιάνουμε και να του κάνουμε τα χατίρια, έτσι που μπήκε καρφί στο μάτι του Στάλιν.

Όμως, ξέρετε γιατί δεν μπήκε θέμα ονόματος τότε; Διότι η Ελλάδα, όπως και η Δύση άλλωστε, πίστευε πως τα κομμουνιστικά καθεστώτα όπου νάναι είτε καταρρέουν, είτε διαλύονται με επέμβαση έξωθεν, οπότε μια ανακατανομή των εδαφών στην περιοχή, σε όφελος της Ελλάδας, ήταν πολύ πιθανή. Δηλαδή, απ’ το 1945 και μετά η ελληνική διπλωματία σιωπά για το όνομα Μακεδονία ακριβώς για τον ίδιο λόγο που σιωπούσε από το 1913 μέχρι το 1945.

Πάντα καιροσκόποι οι Έλληνες διπλωμάτες και πάντα ανίκανοι να χαράξουν πολιτική που να ξεπερνάει πρόβλεψη εξαμήνου, κάνουν την πάπια και περιμένουν τις εξελίξεις. Που ήρθαν αλλά πάρα πολύ καθυστερημένα. Και το σημαντικότερο, με μια διαφοροποίηση των πρώην κομμουνιστικών καθεστώτων από μέσα κι όχι απ’ έξω. Δηλαδή, όχι με μια άμεση επέμβαση των δυτικών, οπότε αυτοί θα μπορούσαν να επιβάλουν όρους και να κάνουν περίπου ό,τι θέλουν με την ανακατανομή των εδαφών, όπως γίνεται πάντα με τους νικητές, αλλά με μια καπιταλιστική διαφοροποίηση των πρώην κομμουνιστικών χωρών.

Τώρα τα πράγματα γίνονται δύσκολα για τους δυτικούς. Που τρέχουν να επωφεληθούν κατ’ αρχήν διά της διπλωματικής οδού και μετά, διά της στρατιωτικής. Μπορεί τα πράγματα να διαφοροποιηθούν κυρίως διά της στρατιωτικής οδού στο προσεχές μέλλον, αλλά προς το παρόν βρισκόμαστε στο κλασικό στάδιο του καθορισμού ζωνών επιρροής στην ευρύτατη περιοχή των πρώην σοσιαλιστικών χωρών. Όσο για την Ελλάδα, αυτή περιμένει τον επόμενο ενδοκαπιταλιστικό πόλεμο για να πάρει κανένα κοψίδι δίκην δώρου για την, μάλλον συμβολική συμμετοχή της σ’ αυτόν. Που, βέβαια, δεν είναι για αύριο, είναι για μετά το 2000 υποθέτω.

Θα πείτε ίσως, πώς θα ήταν δυνατό να προβλέψει η ελληνική διπλωματία τις εξελίξεις στη Γιουγκοσλαβία; Το πρόβλημα είναι σχετικά απλό, με την προϋπόθεση πως οι διπλωμάτες μας θα μπορούσαν να ερμηνεύσουν την ιστορία της Γιουγκοσλαβίας με τα εθνολογικά και ιστορικά δεδομένα ενός κράτους κατά το μάλλον ή ήττον τεχνητού, που προέκυψε το 1918, κατ’ αρχήν ως βασίλειο των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων που μόνο το 1929 θα πάρει το όνομα Γιουγκοσλαβία. Που, άλλωστε, το σοφίστηκαν Γερμανοί και όχι Γιουγκοσλάβοι ιστορικοί. Και που σημαίνει Νοτιοσλαβία, δηλαδή χώρα των Νότιων Σλάβων. Αυτό το όνομα το επεξεργάστηκαν εθνολογικά και ιστορικά πρώτοι οι Κροάτες απ’ τους Νότιους Σλάβους, στην προσπάθειά τους να αποδείξουν πως όλοι οι σλάβικοι πληθυσμοί της περιοχής πρέπει να ενωθούν σε ένα κράτος, προκειμένου να γλυτώσουν από τις εναλλασσόμενες κατακτήσεις της Κροατίας και της Σλοβενίας κυρίως από τους γείτονες κεντροευρωπαίους.

Όμως οι Νότιοι Σλάβοι (Γιουγκοσλάβοι) δεν είναι μια σαφής, ενιαία εθνότητα, είναι μια ομάδα υποεθνοτήτων, που οι σλαβολόγοι τους λεν έτσι για να τους ξεχωρίζουν από τους ανατολικούς (Ρώσοι κ.λπ.) και από τους κεντρώους, ή βορειοδυτικούς Σλάβους (Τσεχοσλοβάκοι, Πολωνοί). Δεν υπήρξε ποτέ στην περιοχή αυτή ενιαία εθνική συνείδηση, και τα προβλήματα φάνηκαν με τη δημιουργία της Γιουγκοσλαβίας. Που ευθύς αμέσως υποχρεώνεται να καταφύγει στη βασιλική δικτατορία για να διατηρήσει τη συνοχή της, που παίζονταν κάθε μέρα, κυρίως εξαιτίας των αποσχιστικών τάσεων των Κροατών, δηλαδή αυτών ακριβώς που έκαναν τα περισσότερα για την ένωση των Νότιων Σλάβων. Στους οποίους εντελώς λανθασμένα συναριθμούσαν οι φρέσκοι τότε Γιουγκοσλάβοι και τους Βούλγαρους, που όμως την κοπάνησαν απ’ τις διασκέψεις πριν παρθούν οι τελικές αποφάσεις για την ένωση των Νότιων Σλάβων σε ένα ενιαίο κράτος υπό το όνομα Γιουγκοσλαβία (Νοτιοσλαβία).

Τη δικτατορία του βασιλιά, που θα πληρώσει με τη ζωή του την ένωση των Νότιων Σλάβων, διαδέχεται ατάκα η δικτατορία του Τίτο. Μετά το θάνατό του όλοι πια ξέρουν πως η Γιουγκοσλαβία θα διαλυθεί. Και όλοι πλην των Ελλήνων σχεδιάζουν την πολιτική τους πολύ έγκαιρα με βάση τη σίγουρη διάλυση. Που η Ελλάδα, απλώς την απεύχεται. Ίσως να έγιναν και δεήσεις για να βάλει ο Θεός (των Ελλήνων) το χέρι του ώστε να προκόψει καμιά μετατιτοϊκή στρατιωτική δικτατορία. Αλλά, δυστυχώς για την ελληνική διπλωματία, δεν προέκυψε. Για την ελληνική διπλωματία προέκυψε το διπλωματικό πρόβλημα του ονόματος! Που η ίδια δημιούργησε. Αν όχι απ’ το 1913 που η Σερβία ενσωματώνει την περιοχή των Σκοπιών, αν όχι απ’ το 1918 που εμφανίζεται η ένωση, τουλάχιστον απ’ το 1929 που εμφανίζεται το όνομα Γιουγκοσλαβία και μαζί του η δικτατορία, η ελληνική διπλωματία, αν υπήρχε, θα έπρεπε να ξέρει πως η Γιουγκοσλαβία θα καταρρεύσει μαζί με τη δικτατορία, είτε τη βασιλική, είτε την τιτοϊκή.

Άλλωστε, όλος ο κόσμος ήξερε πως τα Σκόπια δεν είναι Γιουγκοσλα-βία, είναι Βουλγαρία κατ’ ουσίαν, και συνεπώς θά δημιουργηθεί εκεί μια ιδιάζουσα κατάσταση μετά την κατάρρευση της Γιουγκοσλαβίας. Η Σερβία ούτε καν κουνήθηκε να περισώσει τα Σκόπια. Και έτσι, οι Σκοπιανοί δεν ξέμειναν μόνο από προστάτη, όπως ήταν ο Σέρβος βασιλιάς ή ο Τίτο, ξέμειναν και από όνομα. Το όνομά τους είναι η ψυχή τους! Διότι οι πολλές εθνότητες (Σέρβοι, Αλβανοί, Βούλγαροι, Έλληνες) που κατοικούν στην περιοχή θα βολεύονταν μόνο κάτω από ένα «εθνικό» όνομα που κατ’ ουσίαν θα ήταν γεωγραφικό. Δώστους, λοιπόν, ένα ενοποιητικό των ποικίλων εθνοτήτων γεωγραφικό όνομα και πάρτους το βρακί.

Να γιατί οι Ευρωπαίοι θα ήθελαν να τους κάνουν δώρο ένα ηχηρό όνομα. Για να μη συνεχιστεί η πολυδιάσπαση της πρώην Γιουγκοσλαβίας και όσον αφορά τις επιμέρους πρώην ομόσπονδες και νυν αυτόνομες δημοκρατίες.

***

Β. Ραφαηλίδης – «Οι λαοί των Βαλκανίων»

(ΠΗΓΗ : http://antikleidi.com/2018/01/22/rafailidis_makedonia_skopja/)