Νίκος Τσιφόρος – Σπορ στο χιόνι

Επιμελείται η Καλλιόπη Παπαμιχαήλ

Χιών άφθονος.

Δηλαδή, αυτά τα λέμε να κοροϊδευόμαστε. Στην πραγματικότητα, ίσα-ίσα που πασπάλισε με λίγη αχνοζάχαρη ο Θεός την Πάρνηθα, κάνει κι ένα σκυλόκρυο που δεν βαστάει πάνω από σαρανταοκτώ ώρες κι αυτό είναι όλο… Χειμών Αττικής, θα πει δυο μέρες κρύο και ξανά λιακάδα νά σκάει ο τζίτζικας. Αλλά μας αρέσουνε τα υπερβολικά.

–              Καλέ τί ψόφος!!

Στα μέτρια νοικοκυρίστικα σπίτια ανάβουνε τη σόμπα άμα δεν έχουνε καλοριφέρ και τα γεροντάκια τρέμουνε από τα νύχια μέχρι μασέλα… Στα σπίτια, όμως, που έχουνε περισσότερη άνεση και περισσότερο παραδάκι, το παίρνουνε χαρούμενα.

-Αχ χιόνι…

–              Να πάμε.

Η νεολαία πρωτοστατεί.

–              Το κρύο είναι υγεία.

Υγεία δεν είναι. Τουρτούρισμα και λαχτάρα είναι, αλλά κανένας δεν τολμάει να το πει… Πώς να το πεις δηλαδή, όταν στην Ελβετία, στη Γαλλία, στην Ευρώπη ολόκληρη το κρύο τό ’χουνε σπορ; Έτσι και τ’ ομολογήσεις, είσαι υποανάπτυκτος και δεν ξέρεις τί σου γίνεται.

Συμφωνάνε πολύ κομψά.

–              Βεβαίως.

–              Να πάμε.

–              Να κάνουμε σκι.

Ποιο σκι; Για να γίνει σκι, χρειάζονται πλαγιές παραχιονισμένες και μέσα περίεργα και εγκαταστάσεις ειδικές. Η κομψή νεότης, όμως, το επιμένει.

-Έχετε σκι;

–              Θ’ αγοράσουμε.

Ένα σωρό μαγαζιά αθλητικών ειδών πουλάνε και σκι, όχι τίποτ’ άλλο, αλλά γιατί ξέρουνε ότι υπάρχουνε τρελοί που θα τ’ αγοράσουνε. Κανονικά, τί να το κάνεις το σκι σε μια χώρα «πανταχόθεν περιβρεχομένην υπό θαλάσσης»; Και μάλιστα, γαλανής. Και μάλιστα, που έρχονται άνθρωποι με μούσια και κολυμπάνε μέσα της καταχείμωνα; Αλλά επειδή υπάρχουνε και οι σνομπ του χειμερινού σπορ, ας υπάρχουνε και τα σκι.

–              Ξέρετε;

-Τί;

–              Να σκιάρετε.

–              Ε, δεν είναι δύσκολο…

Μένα μου λες; Όποιος πάει στην Ελβετία τώρα, την εποχή των χειμερινών σπορ, και μπει στο ξενοδοχείο που έχει στηθεί ειδικά για χειμερινά σπορ, θα δει τους μισούς πελάτες να τρέχουνε με σκι στην πλαγιά και τους άλλους μισούς να κάθονται στη βεράντα με τα χέρια ή τα ποδάρια στον γύψο…

Αγοράζουνε κι άλλα. Αρβύλες, φανέλες, ειδικά παντελόνια.

–              Έτοιμοι;

-Έτοιμοι.

–              Φεύγουμε.

Κάτι μαμάδες με λουλακιά μαλλιά το θεωρούνε υποχρεωτικό να πάνε κοντά… Όχι τίποτ’ άλλο, να μη μείνουνε πίσω από χειμερινό σπορ.

–              Θα κάνετε κι εσείς σκι;

–              Όχι, καλέ. Απλώς πάμε για περίπατο. Με τ’ αυτοκίνητο. Στο χιόνι. Είναι τόσο γοητευτικό…

Γοητευτικό είναι να κάτσουνε σπιτάκι τους και να πλέξουνε κάνα ρημαδόρουχο με χοντρές βελόνες. Αλλά οι κυρίες με τα λουλακιά μαλλιά έχουνε δυο μανίες. Πρώτη να κάνουνε ακόμα τις νέες, δεύτερη να μην υστερούνε από τις μεγάλες απολαύσεις της σύγχρονης ζωής.

Το αυτοκίνητο τραβάει την ανηφόρα. Μόλις φτάσει στα σύνορα χιονιού και ξηρασίας, αρχίζει να ντεραπάρει.

–              Πρόσεχε Τοτό.

–              Μη φοβάστε.

Είναι να μη φοβάσαι άμα αρχίζει το μαγκούφη να πηγαίνει πέρα-δώθε σαν ακυβέρνητο.

Κάποιος που τα ξέρει καλύτερα, συμβουλεύει.

–              Έπρεπε να βάλεις αλυσίδες.

Αλυσίδες έπρεπε να βάλουνε και στον Τοτό και σ’ όλους αυτούς που αφήσανε την ησυχία του ζεστού σπιτιού και τρέχουνε στα όρη, στ’ άγρια βουνά, καλά καθούμενα… Αλλά ποιος να βάλει αλυσίδες σε ανθρώπους «όπως πρέπει».

Καμιά φορά τ’ αυτοκίνητο φτάνει ψηλά στον προορισμό του. Το χιόνι δεν είναι πλούσιο. Είναι απλώς χιόνι… Η νεότης βγαίνει εύθυμη και πρόθυμη να τσακίσει τα άκρα της…

Ένας απ’ όλους που ξέρει κάτι παραπάνω από σκι, φέρνει την απογοήτευση.

–              Ρε παιδιά…

-Τί;

–              Δε γίνεται.

–              Αστειεύεσαι;

–              Μα δεν έχει χιόνι αρκετό…

Προσπαθεί να τους δώσει να καταλάβουνε. Για να κάνεις σκι χρειάζεται χιόνι. Για να κάνεις βουτιές χρειάζεται νερό. Αμα έχει μια πιθαμή νερό θα σπάσεις το κεφάλι σου. Αμα δεν έχει χιόνι, θα μείνεις με τα ποδάρια δεμένα στο σκι.

–              Μα θα βρούμε…

Πού να βρεις; Τ’ είναι το χιόνι; Σαπούνι να τ’ αγοράσεις με τα λεφτά του μπαμπά σου; Όσα να δώσεις, άμα δεν θέλει να ρίξει ο ουρανός, τζάμπα παιδεύεσαι…

Απογοήτευση πλήρης.

–              Και τα σκι;

–              Φυλάχτε τα γι’ άλλη φορά…

Κάποια που έχει κάνει στα βόρεια κλίματα, επιμένει.

–              Εγώ θα κάνω…

Οι ρέστοι το ρίχνουνε σ’ άλλο είδος.

–              Παίζουμε χιονιές;

Η πρόταση είναι ωραία. Δυο κυρίες απ’ αυτές πού ’χουμε το μαλλί λουλακί, θέλουνε να δείξουνε ζωηράδα.

–              Ναι, καλέ, θα παίξουμε κι εμείς.

Η συμβουλή θα ήτανε «καθίστε τσουρόγριες μέσα στο κέντρο και παραγγείλτε κάνα τσάι να ζεστάνετε τη γεροκοκκάλα σας». Έτσι πρέπει να τους πούνε, αλλά δεν τους το λένε… Κάνουνε κάτι χειρότερο. Τις βάζουνε στόχο…

-Αχ!

Η χιονιά δεν έχει αστεία. Έτσι και την άρπαξε κατάμουτρα η κυρία με το λουλακί μαλλί, της αλλάζει τον αδόξαστο… Στην πρώτη δήθεν γελάνε, στη δεύτερη απογοητεύονται, στην τρίτη σταματάνε:

–              Ε, αρκετά εμείς…

Και τρέχουνε μέσα στο κέντρο να κάνουν ανασυγκρότηση, γιατί δεν νοιώθουνε καθόλου καλά.

Η νεότης διασκεδάζει. Ο χιονοπόλεμος, το τοπίο, τα έλατα που μοιάζουμε σαν ψεύτικα…

–              Τί όμορφα…

–              Καλά κάναμε κι ήρθαμε…

Η χαρά του χιονιού είναι καθαρά μια χαρά για πλούσιους ανθρώπους…

Κείνη που έφυγε να πάει μόνη της για σκι, γυρίζει με τα παλούκια στον ώμο.

–              Δεν υπάρχει.

–              Δε σ’ τά ’πάμε;

–              Μα καθόλου; Εγώ νόμιζα…

Κρίμα. Είχε νομίσει ότι η Πάρνηθα είναι τουλάχιστο Άλπεις. Και δεν είναι, παρά ένα αγαθό αττικό βουνό, που χαίρεται μονάχα τη λιακάδα…

Πάντα υπάρχει κι ένας πρακτικός που φεύγει από τη συντροφιά και χάνεται. Τον αναζητούνε…

–              Πού πήγε ο Λεό…

Ο Λεό ξαναγυρίζει, σε μισήν ώρα, ενθουσιασμένος.

-Παιδιά, βρήκα πράμα…

Εξηγεί: Έχει βρει χοιρινές μπριτζόλες που έδωσε εντολή να τις κάνουν κρασάτες, έχει βρει μεζεκλίκια τσαχπίνικα και σούπα τραχανά, αληθινό και χωριάτικο.

Όλη τούτη η σνομπ νεολαία με κανένα τρόπο δεν τρώει τραχανά που να τους το ορίσει ο Νόμος… Είναι παρακατιανό και καθόλου αριστοκρατικό να τρως ένα προϊόν που τρώγαν οι βλάχοι πρόγονοί τους. Τώρα το βρίσκουν θαυμάσιο.

–              Τραχανά;

–              Παρόλ ντονέρ.

–              Αληθινό;

–              Χωριάτικο.

–              Αχ, τί ωραία…

Όλη κείνη η κληρονομική βλαχουριά ξυπνάει μέσα τους. Θέλουνε και τυρί χωριάτικο και ψωμί χωριάτικο και κρασί χωριάτικο και ό,τι χωριάτικο και παρακατιανό υπάρχει σε τούτη τη γη…

–              Θα είναι πρωτότυπο.

–              Εξαντρίκ…

Εξαντρίκ δεν είναι. Το κρύο είναι που σε τραβάει να φας πέτρες. Αλλά πρέπει νά ’χουμε και μια «σικ» δικαιολογία.

Μόνο οι κυρίες με τα λουλακιά μαλλιά δεν τον θέλουν τον τραχανά.

–              Ωχ καημένε. Πράμα που βρήκες…

Όταν φτάνει, όμως, έτσι αχνιστός και λαχταριστός ρίχνουνε κάτι αγριοκουταλιές να σηκώνεται ο Λάζαρος…

–              Δεν είναι άσκημος…

Τα χειμερινά σπορ σταματάνε εκεί. Στο φαΐ… Α, ναι, καμιά φορά ξεπροβάλλουν από την τσάντα και δυο τράπουλες του κουμκάν. Όλοι ενδιαφέρονται. Όλοι τις τιμούνε… Λένε κι αστεία χορτάτα και παγωμένα…

Παίζουνε.

Απ’ όλα τα χειμερινά σπορ η τράπουλα είναι το πιο θετικό…

***

Νίκος Τσιφόρος – Όσα φέρνουν οι άνεμοι.

(ΠΗΓΗ : https://www.o-klooun.com/koinonia/tsiforos-spor-sto-xioni   )