Παραμονές 15αύγουστου άνοιξαν ξανά την πόρτα στις φαρμακευτικές για να «κάνουν παιχνίδι»

Παναγιώτης Αντωνογιαννάκης

Σημαντικό πισωγύρισμα και εξυπηρέτηση συμφερόντων σηματοδοτεί η απόφαση του υφυπουργού Υγείας Β. Κοντοζαμάνη να αναστείλει παραμονή Δεκαπενταύγουστου, την Υπουργική Απόφαση για τη «Συνεχιζόμενη Ιατρική και Οδοντιατρική Εκπαίδευση» ( ΦΕΚ Β’ 2798) και να ανακαλέσει τη σχετική εγκύκλιο με τις οποίες θεσπίζονταν κανόνες διαφάνειας στον τρόπο διεξαγωγής των ιατρικών συνεδρίων και της συνεχιζόμενης ιατρικής εκπαίδευσης.

Με αυτόν τον τρόπο ο υφυπουργός Υγείας κ. Κοντοζαμάνης βάζει τέλος στις προσδοκίες να εφαρμοστούν από το Φθινόπωρο οι ρυθμίσεις του νόμου 4600/2019 οι οποίες προήλθαν μετά από εξαντλητικό διάλογο μεταξύ του υπουργείου Υγείας, των ιατρικών κοινοτήτων και των φαρμακευτικών εταιρειών και με στόχο τη θέσπιση ενός κώδικα, ώστε σταδιακά η χρηματοδότηση των ιατρικών συνεδρίων να υπακούει σε κανόνες και να δοθεί τέλος στην ασυδοσία των προηγούμενων ετών.

Συγκεκριμένα με την υπό αναστολή απόφαση, θεσπίζονταν σαφείς κανόνες για τη διάρκεια των συνεδρίων, το ύψος των χορηγιών, καθώς επίσης και τη διαδικασία επιλογής των ιατρών για την παρακολούθηση συνεδρίων, με τις Επιστημονικές Κοινότητες να διαδραματίζουν σαφή ρόλο διαμεσολάβησης μεταξύ χορηγών και ιατρών και με σαφή κριτήρια για την επιλογή αυτή, ενώ περιγραφόταν με λεπτομέρεια κάθε τι σχετικό με τη διαδικασία χρηματοδότησης των συνεδρίων από τους χορηγούς και το ρόλο των γραφείων διοργάνωσης που διαδραματίζουν.

Σημειώνεται ότι τα ιατρικά συνέδρια υπήρξαν προνομιακό πεδίο για τις φαρμακευτικές εταιρείες, προκειμένου να ασκούν «επιρροή» στην ιατρική κοινότητα.

Όπως αναδείχθηκε στην εξεταστική επιτροπή για την Υγεία, ιδιαίτερα στην έρευνα για το ΚΕΕΛΠΝΟ, η επιρροή των εταιρειών γινόταν είτε μέσα από την προσπάθεια κατευθυνόμενης πληροφόρησης είτε μέσω απευθείας απόπειρας χρηματισμού, προκειμένου να συνταγογραφούνται σκευάσματα συγκεκριμένων φαρμακευτικών εταιρειών, με σκοπό την αύξηση του τζίρου.

Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι την περίοδο 2004 με 2010, υπήρξε εκτίναξη της φαρμακευτικής δαπάνης που έφτασε στα 5 δισ. ευρώ κατ` έτος και η «επιρροή» των εταιρειών στους χιλιάδες δυστυχώς «εύκολους» γιατρούς και με την άτυπη συνηγορία του κράτους, έφτασε στο ζενίθ της, όπως επίσης κι ότι παρά τον περιορισμό της φαρμακευτικής δαπάνης που παρατηρήθηκε στα χρόνια των μνημονίων, δεν υπήρξε μέχρι το 2015 καμία απόπειρα να τεθεί θεσμικό πλαίσιο, ώστε να εξαλειφθούν ανάλογα φαινόμενα, τα οποία συνέβαλαν καθοριστικά στη χρεοκοπία της χώρα μας.

Μετά το 2015 η ηγεσία του υπουργείου Υγείας και του ΚΕΣΥ άρχισαν να συζητούν με τις ιατρικές κοινότητες και τις φαρμακευτικές εταιρείες τη θέσπιση ενός κώδικα, ώστε σταδιακά η χρηματοδότηση των ιατρικών συνεδρίων να υπακούει σε κανόνες, να υπάρχει λογοδοσία και έλεγχος και η διαχείριση να αποβεί σε όφελος της επιστημονικής γνώσης.

Μάλιστα, μετά από εξαντλητικό διάλογο μεταξύ του υπουργείου Υγείας, των ιατρικών κοινοτήτων και των φαρμακευτικών εταιρειών υπήρξαν ρυθμίσεις στο νόμο 4600/2019 και βάσει αυτών εκδόθηκε υπουργική Απόφαση για τη συνεχιζόμενη ιατρική εκπαίδευση, στις οποίες μεταξύ άλλων προβλέπεται η δημοσιοποίηση όλων των οικονομικών δεδομένων που αφορούν συναλλαγή φαρμακευτικών εταιρειών είτε με επιστημονικές εταιρείες των γιατρών είτε με γιατρούς στο site του ΕΟΦ και στο site κάθε φαρμακευτικής εταιρείας καθώς και η ευθύνη του Κεντρικού Συμβουλίου Υγείας να εγκρίνει τα Συνέδρια.

Από τα προαναφερόμενα, μοιάζουν ξεκάθαροι οι λόγοι της μέσα στο 15 Αύγουστο απόφασης και οι ευνοούμενοι αποδέκτές της.

(ΠΗΓΗ : https://www.stokokkino.gr/article/1079/Paramones-15aygoystoy-anoiksan-ksana-thn-porta-stis-farmakeytikes-gia-na-kanoyn-paichnidi.html  )

«Δώρο» 241 εκατ. ευρώ έκαναν οι κυβερνήσεις 2006-2010 στις φαρμακευτικές

Ζημιά που ανέρχεται σε περίπου 241 εκατομμύρια ευρώ υπέστη το ελληνικό Δημόσιο, την περίοδο 2006-2010 εξαιτίας των «δώρων» που έκαναν οι τοτε κυβερνήσεις στις φαρμακευτικές.

Την κατάσταση αυτή περιέγραψε η υπουργός Εργασίας, Έφη Αχτσιόγλου, σε συνέντευξη Τύπου που παραχώρησε από κοινού με τον υπουργό Υγείας, Ανδρέα Ξανθό, και τον αναπληρωτή υπουργό Υγείας, Παύλο Πολάκη, επισημαίνοντας ότι το ελληνικό Δημόσιο, για μία σειρά μη σύννομων λόγων, την περίοδο 2006-2010, δεν εισέπραξε τα ποσά που θα έπρεπε να έχει εισπράξει από φαρμακευτικές εταιρείες, μέσω του rebate, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί σημαντικά.

Σύμφωνα με την υπουργό Εργασίας, το συνολικό ποσό που δεν εισπράχθηκε από το Δημόσιο «για διάφορους λόγους, όχι σύννομους, ανέρχεται σε περίπου 241 εκατομμύρια ευρώ».

«Είναι εξάλλου κεντρική δέσμευση της σημερινής κυβέρνησης να αναδεικνύει όλες τις περιπτώσεις κακοδιαχείρισης που συνέβησαν στη χώρα την προηγούμενη περίοδο και να προχωρά σε όλες τις ενέργειες, προκειμένου να αποκαθιστά τις ζημίες υπέρ του δημοσίου συμφέροντος», ξεκαθάρισε η κ. Αχτσιόγλου, σημειώνοντας ότι, αμέσως μόλις η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Εργασίας αντιλήφθηκε το ζήτημα, προχώρησε σε συγκεκριμένες ενέργειες, προκειμένου να διαλευκανθεί η υπόθεση, αλλά και να λάβει το Δημόσιο τα ποσά που δικαιούται. Όπως είπε, αφορμή για να ελεγχθεί το όλο θέμα ήταν ερωτήματα που τέθηκαν, στο πλαίσιο προκαταρκτικής εξέτασης από τη γενική επιθεωρήτρια Δημόσιας Διοίκησης προς τις υπηρεσίες του υπουργείου Εργασίας.

Ειδικότερα, επανέλαβε ότι, την περίοδο 2006-2010, το ελληνικό Δημόσιο δεν εισέπραξε ποσό, συνολικού ύψους 241 εκατ. ευρώ, που δικαιούνταν: «Για τα έτη 2006-2007, τα ποσά δεν εισπράχθηκαν από τις φαρμακευτικές εταιρείες διότι η σχετική Κοινή Υπουργική Απόφαση, που καθόριζε τις οφειλές, ακυρώθηκε αργότερα από το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ) για τυπικούς λόγους, μετά από προσφυγή των φαρμακευτικών εταιρειών. Το ελληνικό Δημόσιο ουδέποτε εξέδωσε νέα υπουργική απόφαση, παρότι όφειλε να το πράξει, με αποτέλεσμα τα ποσά της περιόδου εκείνης να μην εισπραχθούν ποτέ. Τα συνολικά οφειλόμενα ποσά της περιόδου 2006-2007 ήταν ύψους 134.400.000 ευρώ».

«Για το έτος 2008, δεν εκδόθηκε ποτέ Κοινή Υπουργική Απόφαση, με αποτέλεσμα εκείνη τη χρονιά να μην εισπραχθεί ούτε ένα ευρώ που το Δημόσιο δικαιούνταν να λάβει από το rebate. Για την περίοδο 2009 έως και 2010, διαπιστώσαμε ότι, αν και καθορίστηκαν οι οφειλές, με βάση νεότερο νόμο και νέα Κοινή Υπουργική Απόφαση, ωστόσο, ορισμένα ποσά εξ αυτών ούτε εισπράχθηκαν ούτε βεβαιώθηκαν στην εφορία ως οφειλές των εταιρειών που δεν κατέβαλαν αυτά που όφειλαν. Οι οφειλές αυτές ανέρχονται για τα έτη αυτά στα 40 εκατ. ευρώ».

«Το σύνολο των μη εισπραχθέντων ποσών, για όλους τους παραπάνω λόγους, ανέρχεται σε περίπου 241 εκατ. ευρώ», διευκρίνισε η υπουργός Εργασίας, αναλύοντάς τα ως εξής:

  • Για το 2006 και το 2007, περίπου 134 εκατομμύρια ευρώ.
  • Για το 2008 (κατ’ εκτίμηση), 67,2 εκατομμύρια ευρώ.
  • Για το 2009, υπόλοιπο ποσού 17,5 εκατομμύρια ευρώ.
  • Για το 2010, υπόλοιπο ποσού 22,2 εκατομμύρια ευρώ.

«Αμέσως μόλις η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Εργασίας αντιλήφθηκε το ζήτημα, προχωρήσαμε στις εξής συγκεκριμένες ενέργειες: ενημερώθηκε ο πρωθυπουργός και το αρμόδιο σήμερα υπουργείο για την είσπραξη του rebate, το οποίο είναι το υπουργείο Υγείας», τόνισε η κ. Αχτσιόγλου, υπενθυμίζοντας ότι, από το 2012, η εποπτεία και ο έλεγχος του ΕΟΠΥΥ, που είναι υπεύθυνος για την είσπραξη του rebate, ανήκει στο υπουργείο Υγείας. Και συνέχισε: «Έδωσα εντολή στις υπηρεσίες να γίνει έλεγχος για το θέμα καθ’ όλη τη συγκεκριμένη περίοδο και να σταλεί αναλυτικός φάκελος με στοιχεία στη γενική επιθεωρήτρια Δημόσιας Διοίκησης, πράγμα το οποίο έγινε. Επίσης, υπέβαλα σχετικό ερώτημα προς το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (ΝΣΚ) και έδωσα εντολή στις υπηρεσίες να διαθέσουν άμεσα όλα τα απαραίτητα στοιχεία και δεδομένα στο ΝΣΚ. Το θέμα θα εξεταστεί στην ολομέλεια του ΝΣΚ στις 21 Μαρτίου».

Παράλληλα, η υπουργός Εργασίας υπογράμμισε ότι το πιο σημαντικό είναι ότι, για τα έτη 2009-2010, «έχουμε προχωρήσει ήδη στη βεβαίωση στην εφορία των ποσών του rebate, τα οποία δεν είχαν εισπραχθεί και ούτε είχαν βεβαιωθεί ως οφειλόμενα. Τους τελευταίους δύο μήνες έχουμε βεβαιώσει 26,4 εκατ. ευρώ για τα έτη 2009 -2010 και ολοκληρώνουμε με τη βεβαίωση των υπολοίπων. Για τα έτη 2006-2007 και 2008, σε συνεργασία με το υπουργείο Υγείας, το οποίο, μέσω του ΕΟΠΥΥ εισπράττει πλέον το rebate, θα προχωρήσουμε σε νομοθετική ρύθμιση η οποία θα εξασφαλίζει ότι το Δημόσιο θα λάβει τα ποσά που δικαιούται για το rebate των ετών 2006-2007-2008».

«Όλα τα ποσά που οφείλονται στο Δημόσιο θα αναζητηθούν και θα εισπραχθούν», είπε η κ. Αχτσιόγλου. «Με νομοθετική παρέμβαση, θα καλύψουμε τα έτη που έμειναν ουσιαστικά χωρίς εφαρμογή του rebate και με βεβαιώσεις ποσών καλύπτουμε, ήδη, όσα δεν αποδόθηκαν στο Δημόσιο» τόνισε, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για ένα ιδιαίτερα σοβαρό θέμα που αφορά δημόσιο χρήμα, που αφορά, σε τελική ανάλυση, λεφτά των φορολογουμένων και των ασφαλισμένων.

«Με τη σημερινή συνέντευξη (Τύπου) ενημερώνουμε τους πολίτες για μία ακόμη περίπτωση ζημιογόνας διαχείρισης δημοσίου χρήματος, που συνέβη στη χώρα κατά τη θητεία των προηγούμενων κυβερνήσεων, για ένα πρόβλημα που δημιουργήθηκε και δεν αντιμετωπίστηκε στη θητεία προηγούμενων κυβερνήσεων», σχολίασε η κ. Αχτσιόγλου, υπογραμμίζοντας ότι η σημερινή κυβέρνηση είναι αποφασισμένη να διασφαλίσει το δημόσιο συμφέρον, να αποκαλύψει κάθε τέτοια περίπτωση κακοδιαχείρισης, να αναζητήσει και το τελευταίο ευρώ που πρέπει να οδηγηθεί στα δημόσια ταμεία και «στη συγκεκριμένη περίπτωση, πρόκειται για περίπου 241 εκατομμύρια ευρώ».

«Η αναζήτηση και ο πιθανός καταλογισμός ευθυνών για παραλείψεις που έγιναν εκείνη την περίοδο είναι υπόθεση των αρμόδιων ελεγκτικών μηχανισμών. Οι πολιτικές ευθύνες είναι προφανώς αυτονόητες όταν δεν διασφαλίζεται η είσπραξη χρημάτων τα οποία οφείλονται στο Δημόσιο. Οι πολιτικές αυτές ευθύνες βαραίνουν τις προηγούμενες κυβερνήσεις που άφησαν για σειρά ετών στα αζήτητα χρήματα που έπρεπε να αποδοθούν στο Δημόσιο. Από την πλευρά μας, αναλαμβάνουμε όλες τις πρωτοβουλίες για να προασπίσουμε το δημόσιο συμφέρον», δήλωσε η υπουργός Εργασίας.

Από την πλευρά του, ο υπουργός Υγείας Ανδρέας Ξανθός έκανε λόγο για αδιαφάνεια στη λειτουργία του συστήματος που αφορούσε τον τομέα της Υγείας, αλλά και του φαρμάκου, την κρίσιμη δεκαετία 2000-2010. Όπως υποστήριξε, «δεν θα είχαμε φτάσει σε αυτήν την αποκάλυψη εάν δεν υπήρχε ισχυρή πολιτική βούληση από αυτήν την κυβέρνηση εδώ και δύο χρόνια να ανοίξει θεσμικά το θέμα της διερεύνησης του “πάρτι” στον τομέα της Υγείας και του φαρμάκου».

«Οι πολιτικές ευθύνες είναι αυταπόδεικτες», σημείωσε ο κ. Ξανθός, επισημαίνοντας ότι, την κρίσιμη περίοδο 2000-2010, «την περίοδο της υποτιθέμενης ανάπτυξης, όχι μόνο δεν υπήρχαν μηχανισμοί διαφανούς λειτουργίας του συστήματος, ιδιαίτερα στο χώρο του φαρμάκου, και διαφανούς διαμόρφωσης των τιμών, με αποτέλεσμα τις γνωστές στρεβλώσεις, αλλά είναι σαφές ότι δεν υπήρχε καν εικόνα για το πώς ακριβώς γινόταν η διαχείριση του δημόσιου χρήματος, τι αποζημίωναν τα ασφαλιστικά Ταμεία». Και συνέχισε, λέγοντας ότι «υπήρχε ένα θολό τοπίο, το οποίο ενισχύει την εκτίμηση ότι πρόκειται για μία περίοδο πλήρους ασυδοσίας».

«Αν δεν είχαμε αποφασίσει τη συγκρότηση Εξεταστικής Επιτροπής για τα σκάνδαλα στην Υγεία και εάν δεν υπήρχε η δικαστική διερεύνηση του σκανδάλου Novartis, δεν θα είχε διαπιστωθεί αυτή η ζημιά», ανέφερε, μεταξύ άλλων, ο κ. Πολάκης.

(ΠΗΓΗ : https://tvxs.gr/news/ellada/doro-241-ekat-eyro-ekanan-oi-kyberniseis-2006-2010-stis-farmakeytikes  )

Να μην εκμεταλλεύονται την Υγεία

Τον Ιανουάριο του 2017 ο υπουργός Υγείας Ανδρέας Ξανθός σε συνέντευξή του στην «Εφ.Συν.» αναφέρθηκε στη διαπραγμάτευση με τις φαρμακευτικές εταιρείες. Εκεί τόνιζε πως τελικός στόχος ήταν η διαπραγμάτευση να προηγείται της ένταξης των νέων φαρμάκων στη θετική λίστα (όπου τα σκευάσματα αποζημιώνονται από τον ΕΟΠΥΥ).

Πρόσθετε επίσης ότι απαιτούνταν από τη φαρμακοβιομηχανία η συνειδητοποίηση ότι οι συμφωνίες για δίκαιες τιμές φαρμάκων «είναι πλέον μονόδρομος».

Ενα μήνα μετά ο Σύνδεσμος Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων Ελλάδας (ΣΦΕΕ) είχε απειλήσει με Grexit την Ελλάδα από τις καινοτόμες θεραπείες. Μάλιστα είχε προειδοποιήσει πως αν γίνουν πράξη τα μέτρα, τότε ο ΣΦΕΕ θα προχωρούσε νομικά, σε εθνικό και σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Σήμερα παρακολουθούμε την ένταση μεταξύ της κυβέρνησης και των μεγάλων πολυεθνικών του φαρμάκου. Ο υπουργός έκανε πράξη αυτά που έλεγε, συναντώντας την αντίδραση των φαρμακοβιομηχάνων των οποίων ένα μέλος ( ROCHE ) έριξε το γάντι: απέσυρε από τη θετική λίστα καινοτόμο φάρμακο για θεραπεία του καρκίνου, με αποτέλεσμα όποιος το επιθυμεί, να το πληρώνει εξ ολοκλήρου από την τσέπη του.

Παράλληλα, σύμφωνα με όσα ειπώθηκαν στον ΕΟΦ το Σάββατο, οι φαρμακοβιομηχανίες εμφανίζονται έτοιμες να κλιμακώσουν αυτή την ένταση, βάζοντας στη μέση τους ασθενείς.

Η αλήθεια είναι πως ο ΣΦΕΕ ποτέ δεν έκρυψε ότι εκπροσωπεί επιχειρήσεις με ισολογισμούς, μπόνους, διαγράμματα πωλήσεων και πως έχει ένα συγκεκριμένο στόχο: τα κέρδη. Το είχε άλλωστε ομολογήσει και ο πρώην πρόεδρος του συνδέσμου -και πρώην ισχυρός άνδρας της Novartis- Κωνσταντίνος Φρουζής σε συνέντευξή του το 2014: «Δουλειά μας είναι να πουλάμε».

Θα ήταν ανόητο να πιστεύει κανείς πως η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Υγείας δεν περίμενε τέτοια αντίδραση. Το είχαμε θέσει και ως ερώτηση τότε στον υπουργό Υγείας και η απάντησή του ήταν, αν μη τι άλλο, αφοπλιστική: «Η φαρμακοβιομηχανία έχει ένα μεγάλο μερίδιο ευθύνης στη δημιουργία του δημόσιου χρέους της χώρας, επειδή ακριβώς υπήρξε μια περίοδος εντελώς ασύδοτη, ειδικά την προηγούμενη δεκαετία, όπου είχαμε μια έκρηξη της δαπάνης που δεν δικαιολογούνταν με βάση τα δεδομένα της χώρας (πληθυσμιακά, επιδημιολογικά)».

Απομένει να δούμε ποιος θα υπερισχύσει. Ελπίζουμε όχι τα υπερκέρδη σε βάρος της υγείας του λαού.

(ΠΗΓΗ : ΕΦΗΜ. ΕΦΣΥΝ http://www.efsyn.gr/arthro/na-min-ekmetalleyontai-tin-ygeia)